O Γκεόργκι Δημητρόφ (βουλγάρικα: Георги Димитров, 18 Ιουνίου 1882 - 2 Ιουλίου 1949) Βούλγαρος πολιτικός, από τα ηγετικά στελέχη του διεθνούς κομμουνιστικού κόμματος με παγκόσμια φήμη.
Το 1923 έκανε επανάσταση στη Βουλγαρία αλλά απέτυχε. Μετά την αποτυχημένη απόπειρα αναγκάστηκε να καταφύγει στη Μόσχα, μαζί με τον συνεργάτη του Βασίλη Κολαζόφ. Το 1933 βρέθηκε στη Γερμανία για κομμουνιστική δράση. Οι Χιτλερικοί φασίστες που μόλις είχαν καταλάβει την εξουσία τον συνέλαβαν και τον κατηγόρησαν για εμπρησμό του Ράιχσταγκ (το μέγαρο του κοινοβουλίου) και τον παρέπεμψαν σε δική-παρωδία με σκοπό την εκτέλεσή του. Ο Δημητρόφ όμως, κατάφερε να αποδείξει την πλεκτάνη. Η δίκη του Δημητρόφ ήταν στημένη και είχε σκοπό να δώσει πρόσχημα στον Χίτλερ για το διωγμό των κομμουνιστών. Αυτή ήταν μια μεγάλη νίκη για τον κομμουνισμό ενάντια στο φασιστικό καθεστώς του Χίτλερ.
Μετά την απαλλαγή του γύρισε στην Μόσχα και το 1935 εκλέχτηκε Γενικός Γραμματέας της Γ΄ Διεθνούς, θέση που κράτησε μέχρι το 1943 που η Διεθνής διαλύθηκε. Το 1937 έγινε μέλος του Ανώτατου Σοβιέτ. Το 1945 γύρισε στη Βουλγαρία και από το 1946 μέχρι τον θάνατο του ήταν ο πρωθυπουργός της και την οργάνωσε σε Λαϊκή Σοσιαλιστική Δημοκρατία. Οι Βούλγαροι τον θεωρούν εθνικό ηγέτη τους. Στη Σόφια υπήρχε το μαυσωλείο του μέχρι το 1999.
Το 1923 έκανε επανάσταση στη Βουλγαρία αλλά απέτυχε. Μετά την αποτυχημένη απόπειρα αναγκάστηκε να καταφύγει στη Μόσχα, μαζί με τον συνεργάτη του Βασίλη Κολαζόφ. Το 1933 βρέθηκε στη Γερμανία για κομμουνιστική δράση. Οι Χιτλερικοί φασίστες που μόλις είχαν καταλάβει την εξουσία τον συνέλαβαν και τον κατηγόρησαν για εμπρησμό του Ράιχσταγκ (το μέγαρο του κοινοβουλίου) και τον παρέπεμψαν σε δική-παρωδία με σκοπό την εκτέλεσή του. Ο Δημητρόφ όμως, κατάφερε να αποδείξει την πλεκτάνη. Η δίκη του Δημητρόφ ήταν στημένη και είχε σκοπό να δώσει πρόσχημα στον Χίτλερ για το διωγμό των κομμουνιστών. Αυτή ήταν μια μεγάλη νίκη για τον κομμουνισμό ενάντια στο φασιστικό καθεστώς του Χίτλερ.Μετά την απαλλαγή του γύρισε στην Μόσχα και το 1935 εκλέχτηκε Γενικός Γραμματέας της Γ΄ Διεθνούς, θέση που κράτησε μέχρι το 1943 που η Διεθνής διαλύθηκε. Το 1937 έγινε μέλος του Ανώτατου Σοβιέτ. Το 1945 γύρισε στη Βουλγαρία και από το 1946 μέχρι τον θάνατο του ήταν ο πρωθυπουργός της και την οργάνωσε σε Λαϊκή Σοσιαλιστική Δημοκρατία. Οι Βούλγαροι τον θεωρούν εθνικό ηγέτη τους. Στη Σόφια υπήρχε το μαυσωλείο του μέχρι το 1999.
Ο Ηλίας Πετρόπουλος της οδού Μουφτάρ του Παρισιού, όπου ζούσε από το 1974, μετά από σωρεία δικών -περί τις δεκαεπτά- για βιβλία που θεωρήθηκαν προκλητικά στην εποχή τους και εξακολουθούν στις μέρες μας, γιατί πήγαν ενάντια στην επίσημη λαογραφία των πανεπιστημιακών («Σώμα», «Καλιαρντά», «Ρεμπέτικα», «Εγχειρίδιο του καλού κλέφτη», «Μπουρδέλο»), στην ίδια συνοικία «φτερούγισε» εκτός κόσμου, στην κλινική του Αγίου Ιλαρίου (Σεν Χιλέρ), σε ηλικία 75 ετών. Οι δείκτες του ρολογιού έδειχναν 11.10 μ.μ., ώρα Παρισίων.
Αθεος αναγραφόταν στην ταυτότητά του, που είχε εκδοθεί μεσούσης της δικτατορίας, το 1972. Πιστός στην επιλογή του, σύμφωνα με τη διαθήκη του, επιθυμούσε να μην ταφεί με θρησκευτική τελετή αλλά να αποτεφρωθεί. «Η στάχτη μου να σκορπιστεί στους υπονόμους του Παρισιού», αναφέρει συγκεκριμένα. Η αποτέφρωση θα πραγματοποιηθεί στο «Περ Λασέζ» με την παρουσία του στενού φίλου του, νεοελληνιστή Ζακ Λακαριέρ, σε ημερομηνία που θα οριστεί.
Ο Ηλίας Πετρόπουλος σήκωσε το ύφασμα της Ιστορίας και είδε από κάτω τα νήματα και την πλέξη τους. Πήγε από το σκοτάδι του ασυνειδήτου των επιθυμιών στο φως της συνείδησης, όπου η λογική πλευρίζει τη γνώση και πώς αυτή οδηγείται στην κατανόηση του άλλου, του διαφορετικού, του ξένου, του αλλότριου. Ξένος μέσα στον εικοστό αιώνα έζησε και από την ξενιτιά έμαθε την Ελλάδα, αυτός ο μη οικουμενικός, ο μη κοσμοπολίτης, ο έκκεντρος στον κύκλο μιας ελλαδογραφίας παλαιάς αλλά όχι πεπαλαιωμένης, όπου έχει την επικράτειά της, η Θεσσαλονίκη.
Αθεος αναγραφόταν στην ταυτότητά του, που είχε εκδοθεί μεσούσης της δικτατορίας, το 1972. Πιστός στην επιλογή του, σύμφωνα με τη διαθήκη του, επιθυμούσε να μην ταφεί με θρησκευτική τελετή αλλά να αποτεφρωθεί. «Η στάχτη μου να σκορπιστεί στους υπονόμους του Παρισιού», αναφέρει συγκεκριμένα. Η αποτέφρωση θα πραγματοποιηθεί στο «Περ Λασέζ» με την παρουσία του στενού φίλου του, νεοελληνιστή Ζακ Λακαριέρ, σε ημερομηνία που θα οριστεί.Ο Ηλίας Πετρόπουλος σήκωσε το ύφασμα της Ιστορίας και είδε από κάτω τα νήματα και την πλέξη τους. Πήγε από το σκοτάδι του ασυνειδήτου των επιθυμιών στο φως της συνείδησης, όπου η λογική πλευρίζει τη γνώση και πώς αυτή οδηγείται στην κατανόηση του άλλου, του διαφορετικού, του ξένου, του αλλότριου. Ξένος μέσα στον εικοστό αιώνα έζησε και από την ξενιτιά έμαθε την Ελλάδα, αυτός ο μη οικουμενικός, ο μη κοσμοπολίτης, ο έκκεντρος στον κύκλο μιας ελλαδογραφίας παλαιάς αλλά όχι πεπαλαιωμένης, όπου έχει την επικράτειά της, η Θεσσαλονίκη.
Σ ένα θρύλο του ποδοσφαίρου και όχι μόνο, τον Αργεντινό Ντιέγκο Μαραντόνα, στρέφεται στο ντοκιμαντέρ του «Μαραντόνα», που θα δούμε στο φετινό Φεστιβάλ των Κανών, ο διάσημος σέρβος σκηνοθέτης Εμίρ Κουστουρίτσα.
Για τον Μαραντόνα και τη σχέση του μαζί του, για το ανέβασμα της όπεράς του «Ο καιρός των τσιγγάνων» στην Αθήνα, αλλά και για τα μελλοντικά του σχέδια και το νεοϊδρυθέν φεστιβάλ του, «φεστιβάλ των δημιουργών», όπως το αποκαλεί (όπου φιλοξένησε τους σκηνοθέτες Νικίτα Μιχάλκοφ, Μάικλ Ράντφορντ, Κρίστιαν Μουντζίου, Χατίφ Ακίν), στο Κούστεντορφ, το χωριό του στη Σερβία, που θέλει να το μετατρέψει σε κέντρο κουλτούρας, μου μίλησε ο φίλος της Ελλάδας και συνεργάτης του «Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου» της «Ε» στο χωριό του, στη διάρκεια του φεστιβάλ του.
Ο καιρός του Ντιέγκο
Τι σ' έκανε να γυρίσεις το ντοκιμαντέρ για τον Μαραντόνα;
«Πρόκειται για ένα εκπληκτικό άτομο που πάντα θαύμαζα. Οχι μόνο ως ποδοσφαιριστή αλλά και ως πολιτικό ακτιβιστή και λαϊκό ήρωα. Και το ντοκιμαντέρ με ενδιέφερε πάντα».
- Πήγες στη Λατινική Αμερική για να το γυρίσεις...
«Ναι, έκανα ένα μεγάλο ταξίδι στο χωριό όπου γεννήθηκε ο Μαραντόνα, αλλά και αλλού, κάλυψα την ιστορία του από την παιδική του ηλικία μέχρι σήμερα. Τον γνώρισα από κοντά και γίναμε πολύ γρήγορα φίλοι. Θέλησα να δώσω τη δύναμη αυτή του ανθρώπου, που, ενώ μια στιγμή είχε βρεθεί στον πάτο, κατάφερε όχι μόνο να σηκωθεί αλλά και να φτιάξει μια καινούρια καριέρα, να ξαναγεννηθεί. Γύρισα πολλές χιλιάδες μέτρα ταινίας, βρήκα σπάνια ντοκουμέντα, διάφορα επίκαιρα κ.ά. Κάλυψα και τα 45α γενέθλιά του, ήταν υπέροχο! Θέλησα να φτιάξω ένα πορτρέτο του όπως βλέπω προσωπικά τον θαυμάσιο αυτό άνθρωπο, για μένα μία από τις μεγάλες μορφές του 20ού αιώνα».
- Η ταινία σου «Ο καιρός των Τσιγγάνων» είχε μεγάλη επιτυχία ως όπερα στο Παρίσι. Τώρα την ετοιμάζεις και για την Αθήνα...
«Ναι. Δεν μπορείς βέβαια να την ανεβάσεις παντού όπως ακριβώς στο Παρίσι. Γι' αυτό θα κάνουμε διάφορες μικρές προσαρμογές, ώστε να μπορέσουμε να την ανεβάσουμε στην Αθήνα. Το πρόβλημα με μια τέτοια όπερα είναι πως έχεις τεράστια σκηνικά. Αρχικά ήταν να γίνει τέλος Μαΐου, αλλά νομίζω πως τώρα θ' αλλάξει η ημερομηνία. Μετά θα την ανεβάσω και στο Βελιγράδι. Και θ' ακολουθήσει παγκόσμια τουρνέ. Αλλά πριν απ' οτιδήποτε άλλο θα την ανεβάσουμε ξανά στο Παρίσι».
- Πότε σκέφτηκες να μετατρέψεις την ταινία σε όπερα;
«Ξεκίνησε από τον καθηγητή μου στη σχολή κινηματογράφου, που μας μιλούσε για τις διάφορες τέχνες που είχαν σχέση με το σινεμά. Και μια απ' αυτές ήταν η όπερα. Μια από τις αναφορές του ήταν ο Λουκίνο Βισκόντι και η αριστοκρατική του αντίληψη σχετικά με το τι πρέπει να είναι σήμερα ο κινηματογράφος. Η ιδέα μου να επεκτείνω τον κινηματογράφο μου στην όπερα δεν ήταν να κάνω κάτι το διαφορετικό. Οταν όμως μπήκαμε στον τεράστιο χώρο της γαλλικής όπερας άρχισα να αισθάνομαι την πρόκληση να τον εκμεταλλευτώ. Ο σκηνογράφος είχε λύσεις που έκαναν όλα αυτά δυνατά. Συν ένα πολύ ενεργητικό ανσάμπλ και ένα πολύ καλό λιμπρέτο, που ήταν κάτι το φανταστικό για όπερα. Δεν είχε να κάνει με ό,τι πίστευε ο κόσμος για την όπερα. Δεν είχε καμία σχέση με όσα είχε γράψει ο Μπρέγκοβιτς».
- Δηλαδή, όλη η μουσική γράφτηκε από την αρχή;
«Ναι, όλη. Η όπερα είναι κάτι που πρέπει να γνωρίζεις για να μπορέσεις να τη γράψεις. Αλλιώτικα δεν θα κάνεις κάτι το καλό. Μια πρόκληση για τον κινηματογράφο του 21ου αιώνα είναι να ακολουθήσει τη μοίρα της όπερας. Και ο λόγος είναι οι αριστοκρατικές της ρίζες, η κομψότητά της, που σήμερα έχουν γίνει και βασικοί λόγοι ύπαρξης του κινηματογράφου».
Το γεφύρι του Δρίνου
- Σκέφτεσαι να σκηνοθετήσεις και άλλη όπερα;
«Υπάρχει το πολύ γνωστό μυθιστόρημα, "Η γέφυρα του ποταμού Δρίνου", όπου το γεφύρι είναι ο βασικός χαρακτήρας. Εχει ιστορία 300 χρόνων και για να αφηγηθείς την ιστορία του χρειάζεται να καταφύγεις στην ελλειπτικότητα. Αποφασίσαμε να τη μετατρέψουμε σε όπερα».
- Ολη η ιστορία της Γιουγκοσλαβίας περνάει από το γεφύρι...
«Θα έλεγα και των Βαλκανίων. Αυτής τουλάχιστον της πλευράς των Βαλκανίων. Με την όπερα όλο αυτό μπορεί ν' αποκτήσει ρυθμό και δύναμη. Είναι ένα καταπληκτικό έπος με τραγούδια».
- Δεν σκέφτεσαι να γυρίσεις και κάποια ταινία;
«Εχω δυο τρία σχέδια. Ενα απ' αυτά είναι η ιστορία του Πάντσο Βίλα, που θα γυριστεί στο Μεξικό. Το άλλο είναι "Ο Αδάμ, ο παγοθραύστης", που θα γυριστεί εδώ, στο χωριό. Μιλάει για ένα χωριό όπου βρέχει συνέχεια και ο Αδάμ έρχεται και του αλλάζει το πρόσωπο. Αλλά μετά πέφτει ξηρασία. Και τότε οι χωρικοί ξεσπούν στον Αδάμ».
- Τι έγινε το ελληνικό σχέδιο, με το βιβλίο του Μάτεσι;
«Παραμένει κι αυτό. Αλλά χρειάζεται να βρεθούν τα χρήματα. Τώρα που έχω εγκατασταθεί στο χωριό, σχεδιάζω να υλοποιήσω σταδιακά όλες μου τις σκέψεις. Το ελληνικό σχέδιο το έχω πάντα στο μυαλό μου και πιστεύω πως θα το κάνω».
- Πότε σκέφτηκες να φτιάξεις αυτό το χωριό;
«Βλέπεις εκείνο το σιδηροδρομικό σταθμό κάτω από τον απέναντι λόφο; Στεκόμουν μια μέρα εκεί, όταν γύριζα την ταινία "Μαύρη γάτα, άσπρος γάτος" και κοίταζα αυτό το μέρος. Τότε δεν υπήρχε κανένα σπίτι εδώ. Μόνο ένα δέντρο που το έκαψε κεραυνός. Αναρωτιόμουν γιατί κανένας μέχρι τότε δεν είχε χτίσει τίποτα σ' αυτό το λόφο. Κατάλαβα πως φοβόντουσαν τους κεραυνούς και τους δυνατούς ανέμους. Κι αποφάσισα να χτίσω ένα χωριό».
- Πόσα χρόνια σου πήρε να το τελειώσεις;
«Τέσσερα χρόνια. Αν το συγκρίνεις με το γεφύρι του ποταμού Δρίνου, ήμουν πολύ γρήγορος. Το γεφύρι χρειάστηκε 77 χρόνια» (γέλιο)
Η σερβική συμβολή
- Θα συνεχίσεις το φεστιβάλ εδώ;
«Θα προσθέσω ένα διαγωνιστικό τμήμα με 15 ταινίες. Θέλω να έχω περισσότερες ταινίες από Αφρική και Ασία. Στα μεγάλα φεστιβάλ παίρνουν μόνο μία ή το πολύ δυο. Εγώ θα πάρω πέντε. Το ίδιο και με τις ασιατικές ταινίες. Θα συνεχίσουμε επίσης τα κινηματογραφικά μαθήματα με 30-50 μαθητές από την Ευρώπη. Θέλω αυτό να είναι η σέρβικη συμβολή στη διεθνή κουλτούρα. Θέλω να προσθέσω και κλασική μουσική, αλλά και σκι».
- Δηλαδή, τώρα είσαι αισιόδοξος, αντίθετα με πριν από τέσσερα-πέντε περίπου χρόνια, όταν ήσουν απαισιόδοξος...
«Είμαι αισιόδοξα απαισιόδοξος. Σκεπτικά αισιόδοξος. Δεν μπορείς να οδηγήσεις τον κόσμο εκεί που θέλεις, αλλά μπορείς να τον επηρεάσεις, με τις σκέψεις σου, τα αισθήματά σου, με τον κινηματογράφο».
- Ποια είναι τα συμπεράσματά σου μετά το φετινό φεστιβάλ;
«Εφτά μέρες όλοι μαζί σ' αυτό το χώρο, με τις επαφές, τις συζητήσεις, αλλά και τη μουσική και το γλέντι, μας βοήθησαν να γνωριστούμε καλύτερα, να γίνουμε φίλοι. Βοήθησε και τους καθιερωμένους δημιουργούς και τους νέους σκηνοθέτες ταινιών μικρού μήκους, αλλά και τους δημοσιογράφους. Είναι ένα φεστιβάλ των δημιουργών, κάτι που δεν υπάρχει πια στα μεγάλα φεστιβάλ, όπου εκείνο που προέχει είναι οι μεγάλες αμερικανικές ταινίες, τα μοντέλα, οι σταρ και γενικά το γκλάμορ».
- Περιμένεις αλλαγές με τις εκλογές στη Σερβία;
«Οχι. Ξέρεις, το μεγαλύτερο τμήμα του σέρβικου λαού ψηφίζει πάντα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο για ένα κυρίαρχο κράτος που να είναι ανοιχτό σε Ανατολή και Δύση. Τώρα έχουμε μερικά μικρά κόμματα που δεν θέλουν να είναι ανοιχτά προς την Ανατολή και περιμένουν κάποια στιγμή που ίσως αναλάβει την εξουσία κάποια χούντα. Αλλά δεν πιστεύω πως αυτό είναι τώρα δυνατό. Είμαι πεπεισμένος πως το σωστό αίσθημα του πρωθυπουργού Κουστούνιτσα και οι σύγχρονες πολιτικές απόψεις του προέδρου Τάντιτς, με την υποστήριξη των περισσότερων Ριζοσπαστών, θα καθορίσουν την πορεία μας. Δυστυχώς υπήρχαν κάποιοι φιλοδυτικοί που θέλησαν να κόψουν ένα κομμάτι από το κράτος για να το αποδυναμώσουν. Αλλά σήμερα αυτοί είναι μειοψηφία».
- Πιστεύεις πως η Ευρωπαϊκή Ενωση μπορεί να βοηθήσει;
«Η Ευρωπαϊκή Ενωση αποτελείται από διάφορες χώρες. Η αυτονομία της είναι περιορισμένη. Γι' αυτό και η Ευρωπαϊκή Ενωση παίζει ρόλο παθητικό σ' αυτό το θέμα. Οταν τα διάφορα κρατίδια στη Γερμανία αναγγέλλουν ότι θα αναγνωρίσουν το Κόσοβο δεν έχουν καλύτερη εξήγηση από του να λένε πως αυτό πρέπει να γίνει, χωρίς να μπορούν να το αναλύσουν. Και η Ευρωπαϊκή Ενωση ακολουθεί. Σήμερα τα διάφορα κράτη έχουν καταργήσει το διεθνή νόμο. Αυτό είναι το αποτέλεσμα αυτού που ο Μαρξ αποκαλούσε "κρατικό καπιταλισμό", ή, όπως σήμερα τον ονομάζουμε, "επιχειρησιακό καπιταλισμό". Και το Κοσόβου είναι ένα από τα παραδείγματα που κατάφεραν να εξουδετερώσουν τα Ηνωμένα Εθνη. Τα Ηνωμένα Εθνη μου θυμίζουν τα διάφορα κράτη της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Τον περισσότερο καιρό επιβεβαίωναν τις αποφάσεις του προέδρου Τίτο, αφού ο Τίτο έκανε κάτι. Το ίδιο κάνει και ο ΟΗΕ. Εχει μετατραπεί σε μέρος όπου η δημοκρατία σταδιακά θάβεται. Οι τελευταίοι τέσσερις βομβαρδισμοί του Κόσοβο και οι τελευταίοι τέσσερις πόλεμοι δεν εγκρίθηκαν από τον ΟΗΕ. Και το θέμα της δημοκρατίας είναι το μεγάλο ερώτημα. Θα μπορέσει η Ευρωπαϊκή Ενωση να βοηθήσει κάπως; Θα έλεγα, όχι. Γιατί προχωρούν σε παράνομες πράξεις. Βομβάρδισαν τη Σερβία χωρίς έγκριση του ΟΗΕ, όπως βομβάρδισαν το Αφγανιστάν και το Ιράκ».
Πού είναι το διεθνές δίκαιο;
- Πίσω όμως απ' όλα αυτά είναι η Αμερική...
«Ακριβώς. Η Αμερική κάνει ό,τι θέλει. Η υπόθεση του Κοσόβου έγινε για λόγους μιλιταριστικούς. Οι Αμερικανοί θέλουν στρατιωτικές βάσεις εκεί. Πριν από 600 χρόνια οι Σέρβοι αντιστάθηκαν στην οθωμανική αυτοκρατορία, σκοτώθηκαν χιλιάδες Σέρβοι, όπως έγινε με τους Ρώσους στο Στάλινγκραντ, επειδή διέθεταν περισσότερους στρατιώτες που ήταν αναλώσιμοι. Γι' αυτό η οθωμανική αυτοκρατορία δεν μπόρεσε να προχωρήσει μέσα στην Ευρώπη. Σήμερα συμβαίνει το αντίθετο. Οι Τούρκοι δεν μπορούν να μπουν στην Ευρωπαϊκή Ενωση εξαιτίας της Γερμανίας και της Αυστρίας. Και η Αμερική διεισδύει στην Ανατολή. Αν είσαι έξυπνος, βλέπεις πως το Κόσοβο δεν μπορεί να προκαλέσει καμιά κρίση. Οι μουσουλμάνοι του Κοσόβου κατέστρεψαν περισσότερες από 300 εκκλησίες και όλοι σιωπούσαν. Αλλά έτρεξαν να αναγνωρίσουν το Κόσοβο επειδή οι μουσουλμάνοι κατάφεραν να αυξήσουν τον πληθυσμό τους -γεννάνε περισσότερα παιδιά! Και τους έδωσαν ανεξαρτησία. Και διερωτάσαι: Υπάρχει διεθνές δίκαιο; Δεν σέβονται τίποτα. Κάνουν ό,στι θέλουν. Το ενθαρρυντικό είναι πως, παρ' όλο που δεν μπορούμε να λύσουμε το πρόβλημα, μπορούμε να πληροφορήσουμε τον κόσμο για όσα συμβαίνουν. Κάποια στιγμή πρέπει και οι Αμερικανοί να σεβαστούν το νόμο και τη ζωή. Μέχρι τώρα σέβονταν μόνο τα συμφέροντά τους.
11/05/2008
Για τον Μαραντόνα και τη σχέση του μαζί του, για το ανέβασμα της όπεράς του «Ο καιρός των τσιγγάνων» στην Αθήνα, αλλά και για τα μελλοντικά του σχέδια και το νεοϊδρυθέν φεστιβάλ του, «φεστιβάλ των δημιουργών», όπως το αποκαλεί (όπου φιλοξένησε τους σκηνοθέτες Νικίτα Μιχάλκοφ, Μάικλ Ράντφορντ, Κρίστιαν Μουντζίου, Χατίφ Ακίν), στο Κούστεντορφ, το χωριό του στη Σερβία, που θέλει να το μετατρέψει σε κέντρο κουλτούρας, μου μίλησε ο φίλος της Ελλάδας και συνεργάτης του «Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου» της «Ε» στο χωριό του, στη διάρκεια του φεστιβάλ του.Ο καιρός του Ντιέγκο
Τι σ' έκανε να γυρίσεις το ντοκιμαντέρ για τον Μαραντόνα;
«Πρόκειται για ένα εκπληκτικό άτομο που πάντα θαύμαζα. Οχι μόνο ως ποδοσφαιριστή αλλά και ως πολιτικό ακτιβιστή και λαϊκό ήρωα. Και το ντοκιμαντέρ με ενδιέφερε πάντα».
- Πήγες στη Λατινική Αμερική για να το γυρίσεις...
«Ναι, έκανα ένα μεγάλο ταξίδι στο χωριό όπου γεννήθηκε ο Μαραντόνα, αλλά και αλλού, κάλυψα την ιστορία του από την παιδική του ηλικία μέχρι σήμερα. Τον γνώρισα από κοντά και γίναμε πολύ γρήγορα φίλοι. Θέλησα να δώσω τη δύναμη αυτή του ανθρώπου, που, ενώ μια στιγμή είχε βρεθεί στον πάτο, κατάφερε όχι μόνο να σηκωθεί αλλά και να φτιάξει μια καινούρια καριέρα, να ξαναγεννηθεί. Γύρισα πολλές χιλιάδες μέτρα ταινίας, βρήκα σπάνια ντοκουμέντα, διάφορα επίκαιρα κ.ά. Κάλυψα και τα 45α γενέθλιά του, ήταν υπέροχο! Θέλησα να φτιάξω ένα πορτρέτο του όπως βλέπω προσωπικά τον θαυμάσιο αυτό άνθρωπο, για μένα μία από τις μεγάλες μορφές του 20ού αιώνα».
- Η ταινία σου «Ο καιρός των Τσιγγάνων» είχε μεγάλη επιτυχία ως όπερα στο Παρίσι. Τώρα την ετοιμάζεις και για την Αθήνα...
«Ναι. Δεν μπορείς βέβαια να την ανεβάσεις παντού όπως ακριβώς στο Παρίσι. Γι' αυτό θα κάνουμε διάφορες μικρές προσαρμογές, ώστε να μπορέσουμε να την ανεβάσουμε στην Αθήνα. Το πρόβλημα με μια τέτοια όπερα είναι πως έχεις τεράστια σκηνικά. Αρχικά ήταν να γίνει τέλος Μαΐου, αλλά νομίζω πως τώρα θ' αλλάξει η ημερομηνία. Μετά θα την ανεβάσω και στο Βελιγράδι. Και θ' ακολουθήσει παγκόσμια τουρνέ. Αλλά πριν απ' οτιδήποτε άλλο θα την ανεβάσουμε ξανά στο Παρίσι».
- Πότε σκέφτηκες να μετατρέψεις την ταινία σε όπερα;
«Ξεκίνησε από τον καθηγητή μου στη σχολή κινηματογράφου, που μας μιλούσε για τις διάφορες τέχνες που είχαν σχέση με το σινεμά. Και μια απ' αυτές ήταν η όπερα. Μια από τις αναφορές του ήταν ο Λουκίνο Βισκόντι και η αριστοκρατική του αντίληψη σχετικά με το τι πρέπει να είναι σήμερα ο κινηματογράφος. Η ιδέα μου να επεκτείνω τον κινηματογράφο μου στην όπερα δεν ήταν να κάνω κάτι το διαφορετικό. Οταν όμως μπήκαμε στον τεράστιο χώρο της γαλλικής όπερας άρχισα να αισθάνομαι την πρόκληση να τον εκμεταλλευτώ. Ο σκηνογράφος είχε λύσεις που έκαναν όλα αυτά δυνατά. Συν ένα πολύ ενεργητικό ανσάμπλ και ένα πολύ καλό λιμπρέτο, που ήταν κάτι το φανταστικό για όπερα. Δεν είχε να κάνει με ό,τι πίστευε ο κόσμος για την όπερα. Δεν είχε καμία σχέση με όσα είχε γράψει ο Μπρέγκοβιτς».
- Δηλαδή, όλη η μουσική γράφτηκε από την αρχή;
«Ναι, όλη. Η όπερα είναι κάτι που πρέπει να γνωρίζεις για να μπορέσεις να τη γράψεις. Αλλιώτικα δεν θα κάνεις κάτι το καλό. Μια πρόκληση για τον κινηματογράφο του 21ου αιώνα είναι να ακολουθήσει τη μοίρα της όπερας. Και ο λόγος είναι οι αριστοκρατικές της ρίζες, η κομψότητά της, που σήμερα έχουν γίνει και βασικοί λόγοι ύπαρξης του κινηματογράφου».
Το γεφύρι του Δρίνου
- Σκέφτεσαι να σκηνοθετήσεις και άλλη όπερα;
«Υπάρχει το πολύ γνωστό μυθιστόρημα, "Η γέφυρα του ποταμού Δρίνου", όπου το γεφύρι είναι ο βασικός χαρακτήρας. Εχει ιστορία 300 χρόνων και για να αφηγηθείς την ιστορία του χρειάζεται να καταφύγεις στην ελλειπτικότητα. Αποφασίσαμε να τη μετατρέψουμε σε όπερα».
- Ολη η ιστορία της Γιουγκοσλαβίας περνάει από το γεφύρι...
«Θα έλεγα και των Βαλκανίων. Αυτής τουλάχιστον της πλευράς των Βαλκανίων. Με την όπερα όλο αυτό μπορεί ν' αποκτήσει ρυθμό και δύναμη. Είναι ένα καταπληκτικό έπος με τραγούδια».
- Δεν σκέφτεσαι να γυρίσεις και κάποια ταινία;
«Εχω δυο τρία σχέδια. Ενα απ' αυτά είναι η ιστορία του Πάντσο Βίλα, που θα γυριστεί στο Μεξικό. Το άλλο είναι "Ο Αδάμ, ο παγοθραύστης", που θα γυριστεί εδώ, στο χωριό. Μιλάει για ένα χωριό όπου βρέχει συνέχεια και ο Αδάμ έρχεται και του αλλάζει το πρόσωπο. Αλλά μετά πέφτει ξηρασία. Και τότε οι χωρικοί ξεσπούν στον Αδάμ».
- Τι έγινε το ελληνικό σχέδιο, με το βιβλίο του Μάτεσι;
«Παραμένει κι αυτό. Αλλά χρειάζεται να βρεθούν τα χρήματα. Τώρα που έχω εγκατασταθεί στο χωριό, σχεδιάζω να υλοποιήσω σταδιακά όλες μου τις σκέψεις. Το ελληνικό σχέδιο το έχω πάντα στο μυαλό μου και πιστεύω πως θα το κάνω».
- Πότε σκέφτηκες να φτιάξεις αυτό το χωριό;
«Βλέπεις εκείνο το σιδηροδρομικό σταθμό κάτω από τον απέναντι λόφο; Στεκόμουν μια μέρα εκεί, όταν γύριζα την ταινία "Μαύρη γάτα, άσπρος γάτος" και κοίταζα αυτό το μέρος. Τότε δεν υπήρχε κανένα σπίτι εδώ. Μόνο ένα δέντρο που το έκαψε κεραυνός. Αναρωτιόμουν γιατί κανένας μέχρι τότε δεν είχε χτίσει τίποτα σ' αυτό το λόφο. Κατάλαβα πως φοβόντουσαν τους κεραυνούς και τους δυνατούς ανέμους. Κι αποφάσισα να χτίσω ένα χωριό».
- Πόσα χρόνια σου πήρε να το τελειώσεις;
«Τέσσερα χρόνια. Αν το συγκρίνεις με το γεφύρι του ποταμού Δρίνου, ήμουν πολύ γρήγορος. Το γεφύρι χρειάστηκε 77 χρόνια» (γέλιο)
Η σερβική συμβολή
- Θα συνεχίσεις το φεστιβάλ εδώ;
«Θα προσθέσω ένα διαγωνιστικό τμήμα με 15 ταινίες. Θέλω να έχω περισσότερες ταινίες από Αφρική και Ασία. Στα μεγάλα φεστιβάλ παίρνουν μόνο μία ή το πολύ δυο. Εγώ θα πάρω πέντε. Το ίδιο και με τις ασιατικές ταινίες. Θα συνεχίσουμε επίσης τα κινηματογραφικά μαθήματα με 30-50 μαθητές από την Ευρώπη. Θέλω αυτό να είναι η σέρβικη συμβολή στη διεθνή κουλτούρα. Θέλω να προσθέσω και κλασική μουσική, αλλά και σκι».
- Δηλαδή, τώρα είσαι αισιόδοξος, αντίθετα με πριν από τέσσερα-πέντε περίπου χρόνια, όταν ήσουν απαισιόδοξος...
«Είμαι αισιόδοξα απαισιόδοξος. Σκεπτικά αισιόδοξος. Δεν μπορείς να οδηγήσεις τον κόσμο εκεί που θέλεις, αλλά μπορείς να τον επηρεάσεις, με τις σκέψεις σου, τα αισθήματά σου, με τον κινηματογράφο».
- Ποια είναι τα συμπεράσματά σου μετά το φετινό φεστιβάλ;
«Εφτά μέρες όλοι μαζί σ' αυτό το χώρο, με τις επαφές, τις συζητήσεις, αλλά και τη μουσική και το γλέντι, μας βοήθησαν να γνωριστούμε καλύτερα, να γίνουμε φίλοι. Βοήθησε και τους καθιερωμένους δημιουργούς και τους νέους σκηνοθέτες ταινιών μικρού μήκους, αλλά και τους δημοσιογράφους. Είναι ένα φεστιβάλ των δημιουργών, κάτι που δεν υπάρχει πια στα μεγάλα φεστιβάλ, όπου εκείνο που προέχει είναι οι μεγάλες αμερικανικές ταινίες, τα μοντέλα, οι σταρ και γενικά το γκλάμορ».
- Περιμένεις αλλαγές με τις εκλογές στη Σερβία;
«Οχι. Ξέρεις, το μεγαλύτερο τμήμα του σέρβικου λαού ψηφίζει πάντα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο για ένα κυρίαρχο κράτος που να είναι ανοιχτό σε Ανατολή και Δύση. Τώρα έχουμε μερικά μικρά κόμματα που δεν θέλουν να είναι ανοιχτά προς την Ανατολή και περιμένουν κάποια στιγμή που ίσως αναλάβει την εξουσία κάποια χούντα. Αλλά δεν πιστεύω πως αυτό είναι τώρα δυνατό. Είμαι πεπεισμένος πως το σωστό αίσθημα του πρωθυπουργού Κουστούνιτσα και οι σύγχρονες πολιτικές απόψεις του προέδρου Τάντιτς, με την υποστήριξη των περισσότερων Ριζοσπαστών, θα καθορίσουν την πορεία μας. Δυστυχώς υπήρχαν κάποιοι φιλοδυτικοί που θέλησαν να κόψουν ένα κομμάτι από το κράτος για να το αποδυναμώσουν. Αλλά σήμερα αυτοί είναι μειοψηφία».
- Πιστεύεις πως η Ευρωπαϊκή Ενωση μπορεί να βοηθήσει;
«Η Ευρωπαϊκή Ενωση αποτελείται από διάφορες χώρες. Η αυτονομία της είναι περιορισμένη. Γι' αυτό και η Ευρωπαϊκή Ενωση παίζει ρόλο παθητικό σ' αυτό το θέμα. Οταν τα διάφορα κρατίδια στη Γερμανία αναγγέλλουν ότι θα αναγνωρίσουν το Κόσοβο δεν έχουν καλύτερη εξήγηση από του να λένε πως αυτό πρέπει να γίνει, χωρίς να μπορούν να το αναλύσουν. Και η Ευρωπαϊκή Ενωση ακολουθεί. Σήμερα τα διάφορα κράτη έχουν καταργήσει το διεθνή νόμο. Αυτό είναι το αποτέλεσμα αυτού που ο Μαρξ αποκαλούσε "κρατικό καπιταλισμό", ή, όπως σήμερα τον ονομάζουμε, "επιχειρησιακό καπιταλισμό". Και το Κοσόβου είναι ένα από τα παραδείγματα που κατάφεραν να εξουδετερώσουν τα Ηνωμένα Εθνη. Τα Ηνωμένα Εθνη μου θυμίζουν τα διάφορα κράτη της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Τον περισσότερο καιρό επιβεβαίωναν τις αποφάσεις του προέδρου Τίτο, αφού ο Τίτο έκανε κάτι. Το ίδιο κάνει και ο ΟΗΕ. Εχει μετατραπεί σε μέρος όπου η δημοκρατία σταδιακά θάβεται. Οι τελευταίοι τέσσερις βομβαρδισμοί του Κόσοβο και οι τελευταίοι τέσσερις πόλεμοι δεν εγκρίθηκαν από τον ΟΗΕ. Και το θέμα της δημοκρατίας είναι το μεγάλο ερώτημα. Θα μπορέσει η Ευρωπαϊκή Ενωση να βοηθήσει κάπως; Θα έλεγα, όχι. Γιατί προχωρούν σε παράνομες πράξεις. Βομβάρδισαν τη Σερβία χωρίς έγκριση του ΟΗΕ, όπως βομβάρδισαν το Αφγανιστάν και το Ιράκ».
Πού είναι το διεθνές δίκαιο;
- Πίσω όμως απ' όλα αυτά είναι η Αμερική...
«Ακριβώς. Η Αμερική κάνει ό,τι θέλει. Η υπόθεση του Κοσόβου έγινε για λόγους μιλιταριστικούς. Οι Αμερικανοί θέλουν στρατιωτικές βάσεις εκεί. Πριν από 600 χρόνια οι Σέρβοι αντιστάθηκαν στην οθωμανική αυτοκρατορία, σκοτώθηκαν χιλιάδες Σέρβοι, όπως έγινε με τους Ρώσους στο Στάλινγκραντ, επειδή διέθεταν περισσότερους στρατιώτες που ήταν αναλώσιμοι. Γι' αυτό η οθωμανική αυτοκρατορία δεν μπόρεσε να προχωρήσει μέσα στην Ευρώπη. Σήμερα συμβαίνει το αντίθετο. Οι Τούρκοι δεν μπορούν να μπουν στην Ευρωπαϊκή Ενωση εξαιτίας της Γερμανίας και της Αυστρίας. Και η Αμερική διεισδύει στην Ανατολή. Αν είσαι έξυπνος, βλέπεις πως το Κόσοβο δεν μπορεί να προκαλέσει καμιά κρίση. Οι μουσουλμάνοι του Κοσόβου κατέστρεψαν περισσότερες από 300 εκκλησίες και όλοι σιωπούσαν. Αλλά έτρεξαν να αναγνωρίσουν το Κόσοβο επειδή οι μουσουλμάνοι κατάφεραν να αυξήσουν τον πληθυσμό τους -γεννάνε περισσότερα παιδιά! Και τους έδωσαν ανεξαρτησία. Και διερωτάσαι: Υπάρχει διεθνές δίκαιο; Δεν σέβονται τίποτα. Κάνουν ό,στι θέλουν. Το ενθαρρυντικό είναι πως, παρ' όλο που δεν μπορούμε να λύσουμε το πρόβλημα, μπορούμε να πληροφορήσουμε τον κόσμο για όσα συμβαίνουν. Κάποια στιγμή πρέπει και οι Αμερικανοί να σεβαστούν το νόμο και τη ζωή. Μέχρι τώρα σέβονταν μόνο τα συμφέροντά τους.
11/05/2008
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
Αλκη Ζέη. Τα παιδιά πρέπει να ξέρουν το παρελθόν, αν θέλουν να γνωρίσουν τον εαυτό τους.
Όλη της η ζωή είναι ουσιαστικά καταγραμμένη στα βιβλία της, η προσωπική της διαδρομή από τα παιδικά της χρόνια, μέχρι την πιο ώριμη ηλικία της. Κι όσα είχαν μείνει κενά, έπιασε ένα μολύβι φάμπερ νο 2, και τα κατέγραψε σε ένα από τα τελευταία της βιβλία, όπου καλύπτει αρκετά σημεία για τα παιδικά και νεανικά της χρόνια.
Αλλά το πιο γνωστό και πετυχημένο βιβλίο της για την παιδική της ηλικία, είναι το περίφημο “Καπλάνι της βιτρίνας” που το έγραψε όσο βρισκόταν στη Σοβιετική Ένωση. Σε αυτό καταγράφει μεταξύ άλλων τη βοήθεια που έδιναν σε έναν σύντροφο που ήθελε να φύγει για να πολεμήσει στον ισπανικό εμφύλιο, και τους παιδικούς διαλόγους που είχε με την αδελφή της και το συνθηματικό “ευ-πο”, “λυ-πο”, που φανέρωνε την ψυχική τους διάθεση και σήμαινε (πολύ ευτυχισμένη, πολύ λυπημένη).
Η Άλκη Ζέη παντρεύτηκε το θεατρικό συγγραφέα Γ. Σεβαστίκογλου, με τον οποίο έμειναν ζευγάρι για πολλά χρόνια, μέχρι το θάνατο του τελευταίου, το 1990. Είχε οικογενειακή σχέση με τη Διδώ Σωτηρίου, που παντρεύτηκε το θείο της και της έδωσε τα πρώτα, αποφασιστικά ερεθίσματα για να καλλιεργήσει το ταλέντο της στο γράψιμο. Αλλά οι περισσότεροι την συνδέουν -και πολύ συχνά την μπερδεύουν- με την επιστήθια φίλη της, Ζωρζ Σαρή, που πέθανε πριν μερικά χρόνια. Μαζί της η Άλκη Ζέη καθιέρωσε ουσιαστικά ένα νέο είδος: το παιδικό πολιτικό μυθιστόρημα, που έπιανε τα πιο δύσκολα θέματα, από τα Δεκεμβριανά και τον Εμφύλιο ως τη δικτατορία, εξηγώντας με απλό, μοναδικό τρόπο, υψηλά νοήματα και σύνθετες έννοιες. Οι δυο τους έγραφαν με τον ίδιο τρόπο που θα διηγούνταν στα παιδιά τους μια ιστορία και φτιάχνουν την καλύτερη εισαγωγή (για παιδιά και μεγάλους) στα βασικά γεγονότα του πολυκύμαντου εικοστού αιώνα, που μένουν έξω από τα σχολικά εγχειρίδια.
Κι αυτό είναι το πιο σημαντικό σε μια εποχή, όπου η αλήθεια χάνεται σε έναν ωκεανό από πληροφορίες κι άχρηστες “γνώσεις”. Είναι χαρακτηριστικά μια διήγηση της Ζέη από τμια σχετικά πρόσφατη επίσκεψή της σε μια τάξη. Εκεί ένας μαθητής που ‘χε διαβάσει το “μεγάλο περίπατο του Πέτρου”, της είπε ότι θα άλλαζε την τελευταία σκηνή, όπου ο ναζί στρατιώτης, φεύγοντας από την Αθήνα, σκοτώνει το παιδί, γιατί την ώρα που θα πήγαινε να το πυροβολήσει, θα χτυπούσε το κινητό του! Κι αυτό εξάλλου θέλει το Γερμανό του…
Πολιτικά δυστυχώς η Άλκη Ζέη ακολούθησε τη διαδρομή πολλών συντρόφων της από το “ΚΚΕ εσ.”. Από την ΕΠΟΝ και τις περιπέτειες στις οποίες την υποχρέωσε το εμφυλιακό και μετεμφυλιακό αστικό κράτος, ώσπου να καταφέρει να ξανασυνδεθεί με το σύζυγό της, στην Τασκένδη… στο παρόν, όπου διηγείται τα Δεκεμβριανά ως τη χειρότερη περίοδο της ζωής της (γιατί ήταν λάθος και στοίχισαν τη ζωή σε πολλούς ανθρώπους) και στηρίζει το ΝΑΙ στο δημοψήφισμα του 15’, γιατί έχει την Ευρωπαϊκή Ένωση ως υπέρτατο ιδανικό. Μια διαδρομή από το “Ευ-πο” στο “Λυ-πο”, αν θέλαμε να αποδώσουμε με τους δικούς της όρους, από το “Καπλάνι της Βιτρίνας”, τα συναισθήματα που προκαλεί στην εξέλιξή της, στο πέρασμα του χρόνου.
Το έργο της βέβαια αυτονομείται από τη μετέπειτα πολιτική της διαδρομή. Ή μάλλον, για την ακρίβεια, αυτή η ίδια διάλεξε να αυτονομηθεί από το δικό της έργο, και τις ιδέες που εξέφραζε τον καιρό που έγραφε αυτά τα βιβλία. Και αυτά ακριβώς είναι που μένουν σήμερα -και θα μείνουν διαχρονικά- ως χρυσή παρακαταθήκη, για την παιδική -και όχι μόνο- λογοτεχνία…
Ιούνιος 2018
Πρόσφατα, πάντως, επανακυκλοφόρησε το μοναδικό βιβλίο της για ενηλίκους, το μυθιστόρημα του 1987 «Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα» («Κέδρος»), που βρίσκεται στην τριακοστή τέταρτη έκδοση. Θυμίζουμε ότι αναφέρεται στην Αντίσταση, τον Εμφύλιο, τις διώξεις και τις εξορίες, αλλά και στην Τασκένδη.
Με ποιο θέμα θα προτείνατε να ασχοληθούν οι νεότεροί σας συγγραφείς, οι οποίοι γράφουν βιβλία που απευθύνονται σε παιδιά και εφήβους;
«Στα παιδιά μπορείς να μιλήσεις για οποιοδήποτε θέμα: τα ναρκωτικά, το AIDS, τη βία, την οικολογία. Αρκεί να βρεις τον τρόπο».
Υπάρχει «συνταγή» ή όχι;
«Δεν υπάρχει "συνταγή". Επαναλαμβάνω ότι πρέπεις να βρεις τον τρόπο, αλλιώς τα παιδιά θα κλοτσήσουν. Να αναφέρω ένα παράδειγμα; Η Πηνελόπη Δέλτα είχε καταφέρει να προσελκύει τα παιδιά και σε "βαριά" θέματα, όπως είναι ο Μακεδονικός Αγώνας. Το ύφος των βιβλίων της ήταν γλαφυρό και πολύ προσιτό στα παιδιά, ενώ η γλώσσα της ήταν εξαιρετική. Αυτό που πάντα μέτραγε για μένα ήταν ο ήρωας ή η ηρωίδα, όταν είναι παιδί, να είναι πραγματικό παιδί. Εγώ μπαίνω στο πετσί των παιδιών και γίνομαι ένα μ' αυτά.
Δεν σας κρύβω ότι όταν έγραφα τον "Ψεύτη παππού", ένιωθα έντονο δισταγμό, μήπως θέματα, όπως ο Δεκέμβρης του '44 ή ο Μάης του '68, ήταν μακρινά για τα σημερινά παιδιά. Εν τούτοις, έγινε μπεστ σέλερ. Πιστεύω ακράδαντα ότι τα παιδιά πρέπει να ξέρουν το παρελθόν, αν θέλουν να γνωρίσουν τον εαυτό τους».
Η «Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα» έγινε μπεστ σέλερ το 1987...
«Τότε το μπεστ σέλερ δεν γινόταν εύκολα, όπως τώρα. Ηταν σπάνιο γεγονός».
Ομως σ' αυτό το βιβλίο σας είχατε μιλήσει έξω από τα δόντια για τα δεινά του σοβιετικού καθεστώτος, το οποίο είχατε ζήσει εκ των έσω. Πού αποδίδετε την επιτυχία του;
«Τόλμησα να μιλήσω για πράγματα που ήταν ταμπού και είμαι ευτυχής που τα είπα, προτού γίνει η περεστρόικα. Τα είχα ζήσει από κοντά η ίδια και δεν μου τα αφηγήθηκαν άλλοι. Γι' αυτό έπεισα».
Αν σας έλεγαν να φανταστείτε μια «πυραμίδα» αρνητικών του σοβιετικού καθεστώτος, ποιο θα βάζατε στην κορυφή;
«Είχαμε εξιδανικεύσει ό,τι υπήρχε στη Σοβιετική Ενωση. Ενώ εάν είχαμε επιλέξει τον αντίθετο δρόμο, θα είχε βαθύνει το βλέμμα μας και δεν θα είχε τόσο εύκολα καταρρεύσει η πίστη μας. Δεν είχαμε συνειδητοποιήσει τα αρνητικά αποτελέσματα μιας επανάστασης, γι' αυτό, όταν ήρθε η ώρα της απαξίωσής της, επήλθε μέσα μας η τέλεια κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού».
Εσείς εκ των υστέρων πού στέκεστε, στα θετικά ή στα αρνητικά;
«Υπήρχαν πάρα πολλά θετικά, αλλά δεν ξέραμε πόσα αρνητικά ήταν τροχοπέδη στην εξέλιξη. Στο 20ό Συνέδριο του 1955 ήταν εμφανές ότι με τον ερχομό του Χρουστσόφ είχαμε πολλές ελπίδες ότι τα αρνητικά θα βελτιωθούν. Τι τα θέλετε όμως; Ανοιξε μία πόρτα και ξανάκλεισε. Τα διηγήματά μου, τα οποία έδινα να δημοσιευτούν σε σοβιετικά περιοδικά, δεν δημοσιεύτηκαν ποτέ! Σκεφτόμουν ότι θα τους άρεσαν, γιατί δεν είχαν τίποτα το επιλήψιμο για τη Σοβιετική Ενωση. Θα έλεγα ότι ήταν μάλλον με αγάπη γραμμένα για το καθεστώς».
Πώς ήταν η καθημερινότητα, αρχικά στην Τασκένδη κι αργότερα στη Μόσχα; Σας αντιμετώπισαν ισότιμα τους Ελληνες πρόσφυγες οι Σοβιετικοί;
«Η καθημερινότητα στην Τασκένδη ήταν αρκετά δύσκολη. Ευτυχώς που είχαμε Σοβιετικούς και Ελληνες φίλους, που ισορροπούσαν την αρνητική κατάσταση που ζούσαμε. Να καταλάβετε, δεν είχαμε τρεχούμενο νερό, δεν είχαμε νερό στο μπάνιο... Η ζωή στη Μόσχα ήταν πιο εύκολη. Είχαμε καλά σχολεία, η πρόνοια για τα παιδιά ήταν υψηλή, είχαμε βρεφικούς και παιδικούς σταθμούς».
Τελικά αισθανθήκατε ότι ανήκετε στη σοβιετική κοινωνία;
«Δεν αισθανόμασταν ότι ανήκαμε. Περισσότερο ήμασταν ένα κομμάτι της. Εμένα το μυαλό μου ήταν στην Ελλάδα. Μου έκανε, μάλιστα, εντύπωση ότι οι δεξιοί που έρχονταν από την πατρίδα στη Σοβιετική Ενωση την έβρισκαν καλύτερη, ενώ οι αριστεροί χειρότερη! Να αναφέρω δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα. Ενας δημοσιογράφος από δεξιά εφημερίδα εξεπλάγη, όταν διαπίστωσε ότι οι Εσκιμώοι είχαν Ακαδημία Επιστημών! "Δεν έχετε ταβέρνες για να πάτε!", άκουγες, αντίθετα, συχνά από αυτούς που προέρχονταν από τη φιλοκομμουνιστική παράταξη».
Να ξαναγυρίσουμε στους νέους, που τους γνωρίζετε καλύτερα απ' όλους μας. Μετά το τέλος των ιδεολογιών, με τι βλέπετε να παθιάζονται;
«Θεωρώ απόλυτα φυσικό ότι σήμερα δεν μπορούν να εμπιστευθούν το πρόσωπο κανενός πολιτικού, γιατί χάθηκε η πίστη. Τα νέα παιδιά που παθιάζονται με την οικολογία, την επιλέγουν γιατί θέλουν με κάτι να παθιαστούν, καθώς δεν βρίσκουν μια ιδεολογία. Είναι μια πολιτική διέξοδος».
Τι κοινά χαρακτηριστικά έχουν οι νέοι άνθρωποι;
«Μία πλευρά παιδιών τάσσεται με την κοινωνία της κατανάλωσης. Μία άλλη ξεδίνει με κιθάρες και μουσική, και βλέπει με βαθύ τρόπο τη ζωή. Βλέπω τον εγγονό μου να μοιράζεται ένα αυτοκίνητο με την αδελφή του και τη μητέρα του, γιατί αν πάρουν ένα δεύτερο, θα μολύνουν το περιβάλλον».
Οι νεότεροί σας συγγραφείς σε ποιο βαθμό έχουν διαφοροποιηθεί από τις γενιές του πολέμου και του μεταπολέμου;
«Περισσότερο περιστρέφονται γύρω από την ψυχανάλυση του καθενός μας. Δεν αγγίζουν μεγάλα θέματα, γιατί ίσως δεν υπάρχουν. Για μας ήταν πιο εύκολο να βρούμε τα θέματά μας, γιατί τα είχαμε ζήσει κιόλας».
Θα χαρακτηρίζατε τη λογοτεχνία των νέων συγγραφέων, λογοτεχνία δωματίου;
«Χωρίς να είναι κατώτερη, είναι πιο εσωστρεφής».
Αυτή η εσωστρέφεια, που λέτε, είναι κυρίως θέμα εποχής ή ταλέντου;
«Πιο πολύ θέμα εποχής».
Τους βρίσκετε αναποφάσιστους;
«Σήμερα όλοι οι δρόμοι είναι κλειστοί. Όλα είναι απελπισία κι αυτή η απελπισία ξεκινά από το σχολείο. Μετά τη δευτέρα Γυμνασίου τα παιδιά τα χάνεις. Όλο το λάθος αρχίζει από την εκπαίδευση. Αν το παιδί έχει άγχος από το Δημοτικό, τι θα γίνει μετά;»
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 10/05/2008
Η Αλκη Ζέη έχει ταυτιστεί με βιβλία που απευθύνονται σε νεαρές ηλικίες. Από το «Μεγάλο περίπατο του Πέτρου» και το «Καπλάνι της βιτρίνας» μέχρι το πρόσφατο «Ο ψεύτης παππούς» («Κέδρος»), που μέσα σ' ένα χρόνο έχει πουλήσει 30.000 αντίτυπα και δεν θ' αργήσει να μεταφερθεί στη μικρή οθόνη, γνωρίζει να κρατάει σε υψηλή θερμοκρασία τη σχέση της με τους υπό διαμόρφωση αναγνώστες.
Πρόσφατα, πάντως, επανακυκλοφόρησε το μοναδικό βιβλίο της για ενηλίκους, το μυθιστόρημα του 1987 «Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα» («Κέδρος»), που βρίσκεται στην τριακοστή τέταρτη έκδοση. Θυμίζουμε ότι αναφέρεται στην Αντίσταση, τον Εμφύλιο, τις διώξεις και τις εξορίες, αλλά και στην Τασκένδη.
Με ποιο θέμα θα προτείνατε να ασχοληθούν οι νεότεροί σας συγγραφείς, οι οποίοι γράφουν βιβλία που απευθύνονται σε παιδιά και εφήβους;
«Στα παιδιά μπορείς να μιλήσεις για οποιοδήποτε θέμα: τα ναρκωτικά, το AIDS, τη βία, την οικολογία. Αρκεί να βρεις τον τρόπο».
Υπάρχει «συνταγή» ή όχι;
«Δεν υπάρχει "συνταγή". Επαναλαμβάνω ότι πρέπεις να βρεις τον τρόπο, αλλιώς τα παιδιά θα κλοτσήσουν. Να αναφέρω ένα παράδειγμα; Η Πηνελόπη Δέλτα είχε καταφέρει να προσελκύει τα παιδιά και σε "βαριά" θέματα, όπως είναι ο Μακεδονικός Αγώνας. Το ύφος των βιβλίων της ήταν γλαφυρό και πολύ προσιτό στα παιδιά, ενώ η γλώσσα της ήταν εξαιρετική. Αυτό που πάντα μέτραγε για μένα ήταν ο ήρωας ή η ηρωίδα, όταν είναι παιδί, να είναι πραγματικό παιδί. Εγώ μπαίνω στο πετσί των παιδιών και γίνομαι ένα μ' αυτά.
Δεν σας κρύβω ότι όταν έγραφα τον "Ψεύτη παππού", ένιωθα έντονο δισταγμό, μήπως θέματα, όπως ο Δεκέμβρης του '44 ή ο Μάης του '68, ήταν μακρινά για τα σημερινά παιδιά. Εν τούτοις, έγινε μπεστ σέλερ. Πιστεύω ακράδαντα ότι τα παιδιά πρέπει να ξέρουν το παρελθόν, αν θέλουν να γνωρίσουν τον εαυτό τους».
Η «Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα» έγινε μπεστ σέλερ το 1987...
«Τότε το μπεστ σέλερ δεν γινόταν εύκολα, όπως τώρα. Ηταν σπάνιο γεγονός».
Ομως σ' αυτό το βιβλίο σας είχατε μιλήσει έξω από τα δόντια για τα δεινά του σοβιετικού καθεστώτος, το οποίο είχατε ζήσει εκ των έσω. Πού αποδίδετε την επιτυχία του;
«Τόλμησα να μιλήσω για πράγματα που ήταν ταμπού και είμαι ευτυχής που τα είπα, προτού γίνει η περεστρόικα. Τα είχα ζήσει από κοντά η ίδια και δεν μου τα αφηγήθηκαν άλλοι. Γι' αυτό έπεισα».
Αν σας έλεγαν να φανταστείτε μια «πυραμίδα» αρνητικών του σοβιετικού καθεστώτος, ποιο θα βάζατε στην κορυφή;
«Είχαμε εξιδανικεύσει ό,τι υπήρχε στη Σοβιετική Ενωση. Ενώ εάν είχαμε επιλέξει τον αντίθετο δρόμο, θα είχε βαθύνει το βλέμμα μας και δεν θα είχε τόσο εύκολα καταρρεύσει η πίστη μας. Δεν είχαμε συνειδητοποιήσει τα αρνητικά αποτελέσματα μιας επανάστασης, γι' αυτό, όταν ήρθε η ώρα της απαξίωσής της, επήλθε μέσα μας η τέλεια κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού».
Εσείς εκ των υστέρων πού στέκεστε, στα θετικά ή στα αρνητικά;
«Υπήρχαν πάρα πολλά θετικά, αλλά δεν ξέραμε πόσα αρνητικά ήταν τροχοπέδη στην εξέλιξη. Στο 20ό Συνέδριο του 1955 ήταν εμφανές ότι με τον ερχομό του Χρουστσόφ είχαμε πολλές ελπίδες ότι τα αρνητικά θα βελτιωθούν. Τι τα θέλετε όμως; Ανοιξε μία πόρτα και ξανάκλεισε. Τα διηγήματά μου, τα οποία έδινα να δημοσιευτούν σε σοβιετικά περιοδικά, δεν δημοσιεύτηκαν ποτέ! Σκεφτόμουν ότι θα τους άρεσαν, γιατί δεν είχαν τίποτα το επιλήψιμο για τη Σοβιετική Ενωση. Θα έλεγα ότι ήταν μάλλον με αγάπη γραμμένα για το καθεστώς».
Πώς ήταν η καθημερινότητα, αρχικά στην Τασκένδη κι αργότερα στη Μόσχα; Σας αντιμετώπισαν ισότιμα τους Ελληνες πρόσφυγες οι Σοβιετικοί;
«Η καθημερινότητα στην Τασκένδη ήταν αρκετά δύσκολη. Ευτυχώς που είχαμε Σοβιετικούς και Ελληνες φίλους, που ισορροπούσαν την αρνητική κατάσταση που ζούσαμε. Να καταλάβετε, δεν είχαμε τρεχούμενο νερό, δεν είχαμε νερό στο μπάνιο... Η ζωή στη Μόσχα ήταν πιο εύκολη. Είχαμε καλά σχολεία, η πρόνοια για τα παιδιά ήταν υψηλή, είχαμε βρεφικούς και παιδικούς σταθμούς».
Τελικά αισθανθήκατε ότι ανήκετε στη σοβιετική κοινωνία;
«Δεν αισθανόμασταν ότι ανήκαμε. Περισσότερο ήμασταν ένα κομμάτι της. Εμένα το μυαλό μου ήταν στην Ελλάδα. Μου έκανε, μάλιστα, εντύπωση ότι οι δεξιοί που έρχονταν από την πατρίδα στη Σοβιετική Ενωση την έβρισκαν καλύτερη, ενώ οι αριστεροί χειρότερη! Να αναφέρω δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα. Ενας δημοσιογράφος από δεξιά εφημερίδα εξεπλάγη, όταν διαπίστωσε ότι οι Εσκιμώοι είχαν Ακαδημία Επιστημών! "Δεν έχετε ταβέρνες για να πάτε!", άκουγες, αντίθετα, συχνά από αυτούς που προέρχονταν από τη φιλοκομμουνιστική παράταξη».
Να ξαναγυρίσουμε στους νέους, που τους γνωρίζετε καλύτερα απ' όλους μας. Μετά το τέλος των ιδεολογιών, με τι βλέπετε να παθιάζονται;
«Θεωρώ απόλυτα φυσικό ότι σήμερα δεν μπορούν να εμπιστευθούν το πρόσωπο κανενός πολιτικού, γιατί χάθηκε η πίστη. Τα νέα παιδιά που παθιάζονται με την οικολογία, την επιλέγουν γιατί θέλουν με κάτι να παθιαστούν, καθώς δεν βρίσκουν μια ιδεολογία. Είναι μια πολιτική διέξοδος».
Τι κοινά χαρακτηριστικά έχουν οι νέοι άνθρωποι;
«Μία πλευρά παιδιών τάσσεται με την κοινωνία της κατανάλωσης. Μία άλλη ξεδίνει με κιθάρες και μουσική, και βλέπει με βαθύ τρόπο τη ζωή. Βλέπω τον εγγονό μου να μοιράζεται ένα αυτοκίνητο με την αδελφή του και τη μητέρα του, γιατί αν πάρουν ένα δεύτερο, θα μολύνουν το περιβάλλον».
Οι νεότεροί σας συγγραφείς σε ποιο βαθμό έχουν διαφοροποιηθεί από τις γενιές του πολέμου και του μεταπολέμου;
«Περισσότερο περιστρέφονται γύρω από την ψυχανάλυση του καθενός μας. Δεν αγγίζουν μεγάλα θέματα, γιατί ίσως δεν υπάρχουν. Για μας ήταν πιο εύκολο να βρούμε τα θέματά μας, γιατί τα είχαμε ζήσει κιόλας».
Θα χαρακτηρίζατε τη λογοτεχνία των νέων συγγραφέων, λογοτεχνία δωματίου;
«Χωρίς να είναι κατώτερη, είναι πιο εσωστρεφής».
Αυτή η εσωστρέφεια, που λέτε, είναι κυρίως θέμα εποχής ή ταλέντου;
«Πιο πολύ θέμα εποχής».
Τους βρίσκετε αναποφάσιστους;
«Σήμερα όλοι οι δρόμοι είναι κλειστοί. Όλα είναι απελπισία κι αυτή η απελπισία ξεκινά από το σχολείο. Μετά τη δευτέρα Γυμνασίου τα παιδιά τα χάνεις. Όλο το λάθος αρχίζει από την εκπαίδευση. Αν το παιδί έχει άγχος από το Δημοτικό, τι θα γίνει μετά;»
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 10/05/2008
Ο χάρτης των Βαλκανίων 2008. Ολες οι εθνότητες
Ο βαλκανικός γόρδιος δεσμός δεν λύθηκε ακόμα
Του ΦΟΙΒΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗ
Τα Βαλκάνια παραμένουν ένας από τους γόρδιους δεσμούς στις παγκόσμιες υποθέσεις που δεν έχουν ακόμα λυθεί.
Η περιοχή των Βαλκανίων έχει μια σημαντική γεωστρατηγική θέση, που εκτείνεται από τη Μεσόγειο ώς τη Μαύρη Θάλασσα και γειτονεύει με τις πετρελαιοφόρες περιοχές της Μέσης Ανατολής.
Παλιότερα οι Ευρωπαίοι θεωρούσαν τα Βαλκάνια ως την «πυριτιδαποθήκη» της Ευρώπης, που λόγω της πολιτισμικής τους οπισθοδρόμησης έδιναν πρόσφατο έδαφος για κάθε είδους συγκρούσεις.
Τον 19ο αιώνα ο Φρ. Ενγκελς, επηρεασμένος από τις απόψεις που επικρατούσαν στη Γερμανία, έγραψε: «Ολα αυτά τα οιχτρά συντρίμμια των πρώην εθνών -Σέρβοι, Βούλγαροι, Ελληνες - μαχαιροβγάλτες... που είναι έτοιμοι να ξεμπερδέψουν ο ένας τον άλλο από το πρόσωπο της Γης και από στιγμή σε στιγμή να ξεσκίσουν με τα δόντια ο ένας του αλλουνού το λαρύγγι».1
Το μεγαλύτερο μέρος των νεότερων βαλκανικών κρατών αποσχίστηκε από την Οθωμανική αυτοκρατορία, εκτός από τη Σλοβενία και την Κροατία - που προήλθαν από τη διάλυση της Αυστροουγγαρίας και το 1918 ενώθηκαν με τη Σερβία σ' ένα ενιαίο κράτος.
Αλλά το «κακό» όνομα για την περιοχή των Βαλκανίων παρέμενε κάτι που ίσως για τις μεγάλες δυνάμεις δεν θα μπορούσε να κριθεί και τελείως αρνητικό, αφού πρόσφερε ευκαιρίες για διαμεσολαβήσεις και αναμείξεις σε ξένες υποθέσεις.
Ο βαλκανικός γόρδιος δεσμός δεν λύθηκε ακόμα
Του ΦΟΙΒΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗ
Τα Βαλκάνια παραμένουν ένας από τους γόρδιους δεσμούς στις παγκόσμιες υποθέσεις που δεν έχουν ακόμα λυθεί.
Η περιοχή των Βαλκανίων έχει μια σημαντική γεωστρατηγική θέση, που εκτείνεται από τη Μεσόγειο ώς τη Μαύρη Θάλασσα και γειτονεύει με τις πετρελαιοφόρες περιοχές της Μέσης Ανατολής.
Παλιότερα οι Ευρωπαίοι θεωρούσαν τα Βαλκάνια ως την «πυριτιδαποθήκη» της Ευρώπης, που λόγω της πολιτισμικής τους οπισθοδρόμησης έδιναν πρόσφατο έδαφος για κάθε είδους συγκρούσεις.
Τον 19ο αιώνα ο Φρ. Ενγκελς, επηρεασμένος από τις απόψεις που επικρατούσαν στη Γερμανία, έγραψε: «Ολα αυτά τα οιχτρά συντρίμμια των πρώην εθνών -Σέρβοι, Βούλγαροι, Ελληνες - μαχαιροβγάλτες... που είναι έτοιμοι να ξεμπερδέψουν ο ένας τον άλλο από το πρόσωπο της Γης και από στιγμή σε στιγμή να ξεσκίσουν με τα δόντια ο ένας του αλλουνού το λαρύγγι».1
Το μεγαλύτερο μέρος των νεότερων βαλκανικών κρατών αποσχίστηκε από την Οθωμανική αυτοκρατορία, εκτός από τη Σλοβενία και την Κροατία - που προήλθαν από τη διάλυση της Αυστροουγγαρίας και το 1918 ενώθηκαν με τη Σερβία σ' ένα ενιαίο κράτος.
Αλλά το «κακό» όνομα για την περιοχή των Βαλκανίων παρέμενε κάτι που ίσως για τις μεγάλες δυνάμεις δεν θα μπορούσε να κριθεί και τελείως αρνητικό, αφού πρόσφερε ευκαιρίες για διαμεσολαβήσεις και αναμείξεις σε ξένες υποθέσεις.
Αμέσως μετά τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ο αρχηγός της αμερικανικής μυστικής υπηρεσίας του OSS, Γουΐλιαμ Ντόνοβαν, έγραψε προς τη στρατιωτική ηγεσια των ΗΠΑ: «Λόγω της στρατηγικής της θέσης και των οικονομικών πλουτοπαραγωγικών της πηγών, η περιοχή Αφρικής-Μέσης Ανατολής είναι ένας χώρος πολιτικών και οικονομικών συγκρούσεων. Αυτή η περιοχή και τα Βαλκάνια υπήρξαν από κοινού ο τόπος γέννησης πολλών διεθνών συγκρούσεων και οι σημερινές ενδείξεις συνηγορούν ότι θα συνεχίσουν να είναι».2
Πράγματι τα γεγονότα που ακολούθησαν δικαίωσαν τον Ντόνοβαν. Το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου είχε αλλάξει τελείως τον πολιτικό χάρτη των Βαλκανίων.
Η κάθοδος του Κόκκινου Στρατού στη Βαλκανική Χερσόνησο είχε συμβάλει στην αλλαγή του πολιτικού σκηνικού, με τη δημιουργία ενός ισχυρού σοβιετικού μπλοκ.
Η Ρουμανία και η Βουλγαρία είχαν συνεργαστεί με τον άξονα στη διάρκεια του πολέμου και η κατάληψή τους από τα σοβιετικά στρατεύματα έφερε σαν φυσική συνέπεια την αλλαγή των καθεστώτων τους.
Ο Γκεόργκι Δημητρόφ με κάποια μικρή καθυστέρηση έφτασε στη Σόφια, από τη Μόσχα, και ανέλαβε τη διακυβέρνηση της Βουλγαρίας.
Στη Γιουγκοσλαβία, οι παρτιζάνοι του Τίτο μπήκαν θριαμβευτές στο Βελιγράδι, τον Οκτώβριο του 1944, με τη βοήθεια του Κόκκινου Στρατού, που συνέχισε την πορεία του προς την Κεντρική Ευρώπη.
Στην Αλβανία, ο Εμβέρ Χότζα εγκαθίδρυσε επίσης μια φιλοκομμουνιστικη κυβέρνηση πριν ακόμα από το τέλος του Μεγάλου Πολέμου.
Η Τουρκία ήταν η μόνη χώρα των Βαλκανίων που είχε διατηρήσει την ουδετερότητά της και δεν είχε πάρει μέρος στην Παγκόσμια σύρραξη. Εβλεπε με μεγάλη ανησυχία το νεοδημιουργηθέν φιλοσοβιετικό βαλκανικό μπλοκ που αποτελούσαν η Ρουμανία, η Βουλγαρία, η νέα ομόσπονδη Γιουγκοσλαβία και η Αλβανία. Τις ίδιες ανησυχίες εκδήλωναν και οι μεταπολεμικές ελληνικές κυβερνήσεις. Η Ελλάδα και η Τουρκία προσέγγιζαν η μία την άλλη για ν' αντιμετωπίσουν το βαλκανικό μπλοκ των Λαϊκών Δημοκρατιών.
Καθώς είχε αρχίσει ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος, η αμερικανική ηγεσία διατύπωσε τη νέα παγκόσμια πολιτική της εστιάζοντας την προσοχή της στα Βαλκάνια, με την αναγγελία του δόγματος Τρούμαν, που αφορούσε μια γενναία οικονομική βοήθεια προς την Ελλάδα και την Τουρκία για την αντιμετώπιση της «κομμουνιστικής απειλής».
Αλλά και στο χώρο των βαλκανικών Λαϊκών Δημοκρατιών τα πράγματα δεν ήταν ρόδινα. Στα Βαλκάνια ξεκίνησε η πρώτη μεγάλη ανταρσία με την ανεξαρτητοποίηση της Γιουγκοσλαβίας από το σοβιετικό στρατόπεδο.
Και άλλες βαλκανικές χώρες δεν άργησαν να δημιουργήσουν αναταραχή στους Σοβιετικούς.
Ο Εμβέρ Χότζα διαφώνησε με τη νέα πολιτική του Χρουστσόφ στη Σοβιετική Ενωση και τη δεκαετία του '60 η Αλβανία έφυγε από τον πολιτικοστρατιωτικό συνασπισμό του ανατολικού μπλοκ. Αλλά και στη Ρουμανία, ο Τσαουσέσκου άρχισε να παρουσιάζει τάσεις ανεξαρτησίας.
Από την άλλη πλευρά, η Ελλάδα και η Τουρκία, που εντάχθηκαν επίσημα στο ΝΑΤΟ το 1952, άρχισαν βαθμιαία να αντιμάχονται η μία την άλλη, με αφορμή το Κυπριακό.
Το δυτικό στρατόπεδο στα Βαλκάνια είχε αρχίσει «να μπάζει». Το 1960 ένα στρατιωτικό πραξικόπημα στην Τουρκία ανέτρεψε τον πρωθυπουργό Αντνάν Μεντερές, τον οποίο καταδίκασε σε θάνατο και τον εκτέλεσε.
Το 1967 εκδηλώθηκε το στρατιωτικό πραξικόπημα στην Ελλάδα.
Οι εξελίξεις στην Ελλάδα και την Τουρκία δεν έκαναν καθόλου ελκυστικούς τους εκπροσώπους της Δύσης στα Βαλκάνια και πρόσφεραν άλλοθι στο αντίπαλο στρατόπεδο για το δικό του συγκεντρωτικό σύστημα.
Η πτώση των δικτατορικών καθεστώτων, στη δεκαετία του '70, στην Ελλάδα, την Ισπανία και την Πορτογαλία, εστίασε το βλέμμα της διεθνούς κοινής γνώμης στα ανατολικο-ευρωπαϊκά καθεστώτα.
Το 1980 πέθανε ο στρατάρχης Τίτο, ο ιδρυτής της νέας ομόσπονδης Γιουγκοσλαβίας και η ενότητά της άρχισε σιγά σιγά να τρίζει.
Το Μάρτιο του 1985 ο Μιχάηλ Γκορμπατσόφ αναλαμβάνει την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ενωσης και αρχίζει να εφαρμόζει τη νέα πολιτική γραμμή του κόμματος, που έχει την ονομασία «περεστρόικα» (ανασυγκρότηση) και θα προκαλέσει θύελλες και ανακατατάξεις σ' όλη την Ανατολική Ευρώπη και στα Βαλκάνια.
Το 1989 είναι μια κρίσιμη χρονιά, που τραντάζει το χώρο των Λαϊκών Δημοκρατιών.
Ο Γκορμπατσόφ βάζει σχεδόν παντού το χεράκι του για να διευκολύνει τις εξελίξεις.
Στις 18 Νοεμβρίου, ο κομμουνιστής ηγέτης Τόντορ Ζίβκοφ αντικαθίσταται στην ηγεσία του ΚΚ Βουλγαρίας από τον Πέταρ Μλαντένοφ. Σ' όλες τις ανατολικοευρωπαϊκές χώρες πνέει ο άνεμος της αλλαγής, που σαρώνει τις παλιές κυβερνητικές εξουσίες.
Και στα τέλη του Δεκεμβρίου 1989 κλείνει ο πρώτος μεγάλος κύκλος των αλλαγών, μ' ένα εντυπωσιακό γεγονός που συμβαίνει στα Βαλκάνια και συγκλονίζει τη διεθνή κοινή γνώμη. Στη Ρουμανία ξεσπά στρατιωτικό κίνημα που συλλαμβάνει τον πρόεδρο Νικολάε Τσαουσέσκου και τη σύζυγό του Ελενα και τους στήνει στο εκτελεστικό απόσπασμα.
Μέσα στο φθινόπωρο του 1989 οι εξελίξεις σαρώνουν την Ουγγαρία, την Πολωνία, την Τσεχοσλοβακία και την Ανατολική Γερμανία για ν' ακολουθήσουν οι εξελίξεις στη Βουλγαρία και τη Ρουμανία.
Αλλά για τα Βαλκάνια αυτό είναι μόνο η αρχή. Η δεκαετία του '90 θα συγκλονιστεί από παρατεταμένα θερμά επεισόδια, ιδιαίτερα στη Γιουγκοσλαβία.
1 Ο. Οικονομίδης, «Μαρξ, Ενγκελς, Λένιν για την Ελλάδα», Ορφέας, σελ. 46
2 Ντόνοβαν προς το επιχειρησιακό τμήμα του υπουργείου Στρατιωτικών των ΗΠΑ, 25.8.1945
Η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας άλλαξε τον βαλκανικό χάρτη
Σημαντικότερο γεγονός και από την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού στα Βαλκάνια υπήρξε η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας που άλλαξε τον βαλκανικό πολιτικό χάρτη, στη δεκαετία του '90, και που μέχρι τις μέρες μας δεν έχει βρει ακόμα την οριστική λύση του.
Στη θέση της Ομόσπονδης Γιουγκοσλαβίας υπάρχουν σήμερα πέντε νέα κράτη και δύο εν εξελίξει: η Σερβία, η Κροατία, η Σλοβενία, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη, η FYROM, το Μαυροβούνιο και το Κόσοβο.
Σε αντίθεση με τη Γιουγκοσλαβία του Τίτο, που είχε προσπαθήσει να ακολουθήσει μια αδέσμευτη πολιτική, τα νέα κράτη που προέκυψαν από τη βίαιη διάσπαση της χώρας έχουν ενταχθεί ή πρόκειται να ενταχθούν στο ΝΑΤΟ.
Μοναδική εξαίρεση μπορεί ν' αποτελέσει η Σερβία λόγω των συστηματικών βομβαρδισμών που υπέση από το ΝΑΤΟ στο έδαφός της.
Σήμερα το κοινωνικο-πολιτικό βαλκανικό τοπίο είναι τελείως διαφορετικό από εκείνο της περιόδου του Ψυχρού Πολέμου. Αρκετοί μάλιστα Βαλκάνιοι στρατιώτες που κάποτε οι χώρες τους ανήκαν στο σοβιετικό μπλοκ έχουν σταλεί στο Ιράκ και το Αφγανιστάν για να βοηθήσουν το ΝΑΤΟ και τους Αμερικανούς.
Τίποτα δεν είναι όπως πριν. Ενα πολύ μεγάλο μέρος των πληθυσμών των πρώην Λαϊκών Δημοκρατιών των Βαλκανίων μετανάστευση και ο κύριος αποδέκτης ήταν η Ελλάδα, η πιο αναπτυγμένη οικονομικά βαλκανική χώρα. Το μεταναστευτικό ρεύμα προς την Ελλάδα, κυρίως από την Αλβανία, Βουλγαρία και Ρουμανία είχε σοβαρές επιπτώσεις και δημιούργησε βαθμιαία μια νέα κοινωνική πραγματικότητα.
Από την άλλη πλευρά άνοιξαν για πρώτη, φορά μετά το τέλος του Μεγάλου Πολέμου, οι δρόμοι, από τη δεκαετία του '90 μέχρι τις μέρες μας, για ελληνικές επενδύσεις με δελεαστικούς όρους στο βαλκανικό χώρο.
Το πολιτικόοικονομικό σύστημα στα Βαλκάνια ενιαιοποιήθηκε λιγότερο ή περισσότερο: ιδιωτική πρωτοβουλία, αστικό κοινοβουλευτικό σύστημα. Οι συσχετισμοί δύναμης στο γεωπολιτικό χώρο των Βαλκανίων άλλαξαν, όπως και η γεωστρατηγική σημασία του βαλκανικού χώρου για τη Δύση όπως και τη Ρωσία.
Αρχικά οι εξελίξεις που ακολούθησαν τη δεκαετία του '90 έδειχναν ότι η Ρωσία είχε υποχωρήσει αποφασιστικά στο βαλκανικό χώρο και ότι οι Αμερικανοί είχαν καταγάγει μια μεγάλη πολιτική νίκη στα Βαλκάνια που προσπάθησαν να την κατοχυρώσουν με τη δημιουργία στρατιωτικών βάσεων στον πρώην κομμουνιστικό χώρο επιρροής.
Τον Απρίλιο του 2004 το ΝΑΤΟ προχώρησε στη μεγαλύτερη διεύρυνση της ιστορίας του εντάσσοντας στους κόλπους του τρεις βαλκανικές χώρες, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και τη Σλοβενία, όπως επίσης τις τρεις βαλτικές χώρες (Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία) και τη Σλοβακία.
Πρόσφατα, στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι, στην καρδιά των Βαλκανίων, δυο άλλες χώρες της Βαλκανικής Χερσονήσου προσκλήθηκαν για να ενταχθούν στις γραμμές του, η γειτονική μας Αλβανία και η Κροατία. Αντίθετα η FYROM δεν μπόρεσε να προσκληθεί λόγω του βέτο που πρόβαλε η Ελλάδα.
Η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας έφερε στο προσκήνιο και το Μακεδονικό Ζήτημα, που αφορά άμεσα την Ελλάδα και που κρυβόταν πίσω από ένα φύλλο συκής όσο καιρό η FYROM αποτελούσε τμήμα της Ομόσπονδης Γιουγκοσλαβίας. Ομως το 1992 η FYROM αποφάσισε να ανεξαρτητοποιηθεί και η διαφορά με την Ελλάδα και οι αλυτρωτικές διαθέσεις της γειτονικής χώρας απέκτησαν μια καινούργια διάσταση και η ελληνική πλευρά δεν μπορούσε πλέον να κλείνει τα μάτια. Αλλά στο ΝΑΤΟ, ή εκτός αυτού, η FYROM δεν ξεχνάει ότι είναι δημιούργημα της σοβιετικής Ρωσίας. Χωρίς την αποφασιστική στήριξη της Μόσχας η FYROM θα ήταν ίσως σήμερα τμήμα της Σερβίας ή της Βουλγαρίας.
Η Ρωσία έχει σημαντικές προσβάσεις στο χώρο των Βαλκανίων γιατί εδώ βρίσκονται οι «συγγενείς» της, οι νότιοι Σλάβοι και το αίμα νερό δεν γίνεται σε οποιονδήποτε πολιτικοστρατιωτικό συνασπισμό και αν βρίσκονται.
Το ίδιο ισχύει και για τη Βουλγαρία. Την περίοδο του Β' Παγκοσμίου Πολέμου η μοναρχική Βουλγαρία ήταν στο πλευρό του Αξονα. Με τη βοήθεια του Χίτλερ και του Μουσολίνι έθεσε υπό κατοχή τη γιουγκοσλαβική Μακεδονία (FYROM) όπως και την ανατολική ελληνική Μακεδονία και Θράκη (εκτός του Ν. Εβρου) με κύριο σκοπό να τις ενσωματώσει στην επικράτειά της, όμως ποτέ δεν έστειλε βουλγαρικά στρατεύματα κατά της Ρωσίας να πολεμήσουν στο πλευρό των Γερμανών στο Ανατολικό Μέτωπο. Και ο Κόκκινος Στρατός το ανταπέδωσε προελαύνοντας ειρηνικά στη Βουλγαρία. Ισως σαν αντάλλαγμα για την ένταξή της στο ΝΑΤΟ, η Βουλγαρία συνυπέγραψε με τη Ρωσία, πλάι στην Ελλάδα, τη συμφωνία για τον αγωγό Μπουργκάς - Αλεξανδρούπολης διασφαλίζοντας στη Ρωσία το δικαίωμα να χρησιμοποιεί τα Βαλκάνια σαν ένα στρατηγικής σημασίας σταυροδρόμι για τη μεταφορά του τεράστιου ενεργειακού της πλούτου στη Δυτική Ευρώπη.
Αυτό οι Αμερικανοί δεν το βλέπουν θετικά, θεωρούν ότι η στενή οικονομική σχέση της Ρωσίας με την Ευρώπη και ιδιαίτερα η ενεργειακή αλληλεξάρτησή τους εμπεριέχει τον κίνδυνο μείωσης της αμερικανικής επιρροής.
Ετσι τα Βαλκάνια στις αρχές του 21ου αιώνα γίνονται και πάλι το πεδίο μιας αντιπαράθεσης Αμερικής και Ρωσίας, όχι πια ιδεολογικής αλλά οικονομικο-πολιτικής. Οι Αμερικανοί υποστηρίζουν ένθερμα τη δημιουργία του διαβαλκανικού αγωγού ΑΜΒΟ, που θα μεταφέρει πετρέλαιο διαμέσου της Βουλγαρίας, της FYROM και της Αλβανίας όπου δεν θα συμμετέχει η Ρωσία.
Επιθυμώντας να χρησιμοποιήσουν και το έδαφος της FYROM βιάζονται να την εντάξουν στο ΝΑΤΟ για να τη «δέσουν» καλύτερα στο πλευρό τους.
Οι Αμερικανοί σχεδιάζουν επίσης τη μελλοντική δημιουργία του αγωγού «Nabucco» που θα μπορεί να μεταφέρει φυσικό αέριο από πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες διαμέσου της Κασπίας Θάλασσας και της Τουρκίας προς την Ευρώπη ως μια εναλλακτική μερική απάντηση στο ρωσικό φυσικό αέριο.
Οι ΗΠΑ προσπαθούν να εκφοβίσουν εκ νέου τη Ρωσία, να την περικυκλώσουν με χώρες που θα εντάσσονται στο ΝΑΤΟ και θα βρίσκονται κοντά στα σύνορά της.
Δημιουργούν όμως με αυτές τις κινήσεις νέες απρόβλεπτες συνέπειες, όπως για παράδειγμα κάποια στιγμή στο μέλλον να γίνουν οι θέσεις τους μειοψηφικές στο χώρο του ΝΑΤΟ, όταν ο αριθμός των χωρών-μελών της Συμμαχίας θα είναι εξαιρετικά διευρυμένος (σήμερα στη βορειοατλαντική συμμαχία έχουν ενταχθεί επίσημα 26 χώρες).
Αλλά και η ένταξη στο ΝΑΤΟ δεν αποκλείει καθόλου την οικονομική τουλάχιστον συνεργασία με τη Ρωσία. Παράδειγμα είναι η Ελλάδα της οποίας τα εθνικά συμφέροντα συμπίπτουν σε αρκετά σημεία με της Ρωσίας. Αλλά και η Τουρκία που έχει αναπτύξει τελευταία πολύ καλές σχέσεις με τη Ρωσία.
Το 1995 το ΝΑΤΟ βομβάρδισε θέσεις των Σερβοβόσνιων στη διάρκεια της εμφύλιας σύρραξης στη Βοσνία. Στις 24 Μαρτίου 1999 η ΝΑΤΟϊκή αεροπορία άρχισε να βομβαρδίζει συστηματικά τη Σερβία. Οι Σέρβοι βρήκαν έναν σύμμαχο στο πρόσωπο της Ρωσίας και στην αντίθεσή τους με τους Αμερικανούς για την ανεξαρτησία του Κοσόβου.
Ετσι στις αρχές του 21ου αιώνα νέες ανακατατάξεις, νέες αντιθέσεις και συνεργασίες προβάλλουν στον βαλκανικό ορίζοντα που δύσκολα θα μπορούσαν να προβλεφτούν πριν από 15 ή 20 χρόνια. Το βαλκανικό παζλ δεν έχει πάρει την οριστική του μορφή και η κατάσταση παραμένει ακόμα ρευστή.
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 19/04/2008
Tο δοκίμιο του Διονύση Χαριτόπουλου «Εγχειρίδιο Βλακείας»
Θα μπορούσε να εκλάβει κάποιος το βιβλίο σας ως επίδειξη αλαζονείας; Είναι ένδειξη βλακείας να πιστεύεις ότι δεν είσαι βλάκας;
Βέβαια. Το να θεωρείς ότι είσαι έξυπνος και να το λες. Ή, κυρίως, να το εξωτερικεύεις. Ο καθένας μπορεί να εκλάβει ό,τι θέλει. Από τη στιγμή που εσύ δεν ξεκινάς με αυτή την πρόθεση και είναι φανερό νομίζω από τον τρόπο που είναι γραμμένο. Άλλωστε, μέσα στο βιβλίο δεν εξαιρείται κανείς απ' τη βλακεία. Πώς θα εξαιρέσει αυτός που το έγραψε τον εαυτό του; Μπορεί να είναι και μια προσπάθεια κατανόησης των βλακειών που έχει κάνει αυτός που το γράφει. Κι εγώ έχω κάνει ουκ ολίγες. Αν ξεκινάς να γράψεις με το ερώτημα μέσα σου τι θα πουν οι άλλοι, καλύτερα να μην το κάνεις ποτέ.
Δεν τους σκέφτεστε τους άλλους;
Ποτέ! Ποτέ! Οι άλλοι πάντα θα ‘χουν κάτι να πουν.
Τα αρνητικά σχόλια δεν σας ενοχλούν;
Όχι, θεωρώ ότι είναι μέρος της ζωής μας. Αν κάτι έχει ευκολύνει την προσωπική μου ζωή είναι πρώτον το ότι δεν έχω ζηλέψει ποτέ και τίποτα, οτιδήποτε κι αν ήταν αυτό, και, δεύτερον, δεν έχω μισήσει. Όμως μπορώ να καταλάβω και τα δύο συναισθήματα. Σε ένα πολίτευμα δημοκρατικό, που όλοι θεωρούν ότι είναι ίσοι αλλά δυστυχώς δεν είναι, αυτές οι ανισότητες μεταξύ των ανθρώπων γεννούν τα σχόλια. Είναι μέρος της ζωής. Δεν με θυμώνει δηλαδή, έχω ακούσει απίθανα πράγματα, μέχρι ότι ψέλνω στην εκκλησία που δεν έχω πάει ποτέ μου. Το ζω αυτό από το πρώτο μου βιβλίο το 1976. Ό,τι κι αν γράφω κάποιους τους ενοχλεί. Λοιπόν, αν μείνεις σ' αυτό, κατέστρεψες τη ζωή σου. Το προσπερνάς και συνεχίζεις. Μόνο ακίνητος γλιτώνεις απ' τα φίδια. Αν δεν κάνεις τίποτα. Και σεις η νέα γενιά δημοσιογράφων μην γράφετε κακίες, γράφετε πολύ ωραία, αλλά την κακιούλα, το κράξιμο, τα έχετε πολύ εύκολα ρε παιδί μου. Δεν ξέρω, δική σας είναι η ζωή, δική σας είναι η εποχή, εγώ είμαι μιας άλλης εποχής άνθρωπος, που μάλλον το είδος μου εκλείπει πια. Δεν λέω αν ήταν καλό ή κακό, αλλά το κράξιμο δεν το είχαμε έτσι εύκολο. Διαβάζω τέρατα στα μπλογκ, απίστευτα πράγματα. Ότι είναι γραμμένα σε βιβλία μου πράγματα που δεν τα έχω γράψει ποτέ. Και βάσει αυτών με βρίζουν από κάτω 15.
Οι νέοι δεν είναι έξυπνοι λέτε ωστόσο μέσα στο βιβλίο σας...
Όχι. Δεν είναι!
Σε ποια ηλικία γινόμαστε έξυπνοι;
Οι νέοι δεν είστε διαμορφωμένοι ακόμα. Προικισμένοι μπορεί να είστε, ελπιδοφόροι - όσοι είναι, δεν είναι όλοι. Από τους νέους θα βγούνε κι οι βασανιστές και οι φασίστες και οι προοδευτικοί και οι έξυπνοι και οι καλλιτέχνες και τα νούμερα.
Τι σε κάνει έξυπνο άραγε;
Πρώτον, το πιστεύω ακράδαντα, πρέπει να το 'χεις. Και δεύτερον, το περιβάλλον. Όταν δεν συντονίζεσαι με την εποχή, μπορεί να φαίνεσαι βλάκας. Η έλλειψη εξοικείωσης με την τεχνολογία δεν είναι βλακεία. Και λέω ως παράδειγμα ότι αν ρίξεις ένα τσακάλι του Χρηματιστηρίου στο χωράφι, σε ένα άλλο περιβάλλον δηλαδή, θα ανακηρυχθεί ο ηλίθιος του χωριού. Αυτό δεν είναι βλακεία.
Στο βιβλίο αναφέρεστε σε έναν πρωθυπουργό που είχε αμηχανία μπροστά στις κάμερες. Είναι ένδειξη βλακείας αυτό;
Εσύ τι λες; Δεν ήθελα να αναφέρω το όνομά του γιατί τον απεχθάνομαι, γι' αυτό δεν τον ανέφερα. Είπα όταν βγήκε ότι είναι Πινόκιο, το ‘96 που ήταν πανίσχυρος, έχω πει πολύ χειρότερα πράγματα.
Είναι καλύτεροι οι σημερινοί πολιτικοί, θεωρείτε;
Μη μου το πας έτσι, μην ψάχνεις για όλους αυτούς, γράφω μέσα στο βιβλίο για όλους. Ο Σημίτης ήταν περισσότερο παράδειγμα για τον πονηρό, τι μπορεί να κάνει ένας πονηρός. Μια, ας πούμε, σιγανοπαπαδιά.
Η τηλεόραση δεν είναι γεμάτη βλακεία;
Καλά, εκεί είναι όλη βλακεία του κόσμου. Κοίτα, η ελαφρότητα δεν είναι κακή μερικές φορές, διασκεδάζει τον κόσμο, τον αποσπά από τα σοβαρά, αλλά άλλο ελαφρότητα και άλλο ηλιθιότητα. Να σου πω κάτι; Πρέπει να αποδίδουμε τις ευθύνες στο χασάπη που πουλάει τα σάπια κρέατα και όχι στα κρέατα. Οι καναλάρχες είναι αυτοί που πληρώνουν αυτούς για να αναπαράγουν αυτή την ηλιθιότητα σε καθημερινή βάση. Εγώ δεν μπορώ να τα βάζω με την κάθε ηλίθια και τον ηλίθιο που βγαίνει εκεί. Με τον έμπορο σάπιων κρεάτων θα τα βάλω, όχι με το κρέας.
Περισσότερη βλακεία υπάρχει στην πολιτική ή στα media;
Το ίδιο ποσοστό είναι.
Ποια πιστεύετε ότι είναι πιο επικίνδυνη;
Είναι εξίσου επικίνδυνες. Η πολιτική διαχειρίζεται τις τύχες μας. Κατ' αρχάς αυτά τα δύο είναι συγκοινωνούντα δοχεία: πολιτική και ΜΜΕ. Επομένως είναι εξίσου επικίνδυνα. Νομίζεις ότι δεν παίζει ρόλο η πολιτική στους νέους. Δεν ασχολούνται οι νέοι, ασχολείται όμως αυτή μαζί τους. Με το να γυρνάει η νεολαία την πλάτη στην πολιτική έχει όλα τα δίκια του κόσμου. Αν όμως πάψεις ν' ασχολείσαι με αυτόν που κρατάει πιστόλι, δεν τον αφοπλίζεις ποτέ. Ποια είναι η λύση δεν ξέρω, τουλάχιστον εμείς τους δέρναμε. Δεν αντιδράει κανείς πια. Είναι μια φάση της κοινωνίας παγκοσμίως. Είναι περίοδοι σε κάθε αιώνα που τον σημαδεύουν. Εγώ ευτύχησα να ζήσω τις δυο δεκαετίες, του ‘50 και του '60, που σημάδεψαν όλο τον κόσμο. Ήταν άλλη ζωή εντελώς. Δεν τη θυμάμαι με νοσταλγία και εξιδανίκευση, αλλά είχε πάθος.
Ίσως αυτό το πάθος να έχει μετατοπιστεί σε άλλα πράγματα πια, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει.
Σαφέστατα έχετε κι εσείς τις δικές σας ανάσες, τις δικές σας διαφυγές, τα δικά σας πράγματα που σας παθιάζουν. Περνάμε όμως σε φυσιολογία πια, ας πούμε κάτι άλλο...
Από τη διαφήμιση γιατί φύγατε;
Όλοι με ρωτάνε για τη διαφήμιση, κανείς δεν με ρώτησε πώς είναι να 'σαι φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι, να δουλεύεις σε χυτήρια, όλοι με ρωτάτε για τη διαφήμιση. Επειδή είναι λαμπερός κόσμος...
Για ποιο λόγο σας απωθούν οι μικρόκοσμοι;
Σου αλλάζουν την οπτική, σου κόβουν τις επαφές με τον υπόλοιπο κόσμο. Ας πούμε, ο μικρόκοσμος της LifO μπορεί να έχει και αρκετά αρνητικά όταν βλέπετε την κοινωνία μέσα από μια συγκεκριμένη οπτική.
Λέτε στο βιβλίο σας ότι η βλακεία είναι ανίατη. Είναι πιο επικίνδυνος ένα βλάκας με πτυχίο;
Εξαρτάται τι κάνει. Αν είναι χειρούργος, βέβαια, αν είναι αγρότης, τι θα κάνει, θα σκάψει στραβά τη γη ή θα παραταΐσει τη γελάδα;
Οι πιο πολλοί επιστήμονες που κάνουν ερευνητικό έργο δεν έχουν επαφή με άλλους ανθρώπους, απομονώνονται, μ' αυτό το σκεπτικό μπορείς να τους θεωρήσεις βλάκες, ενώ δεν είναι.
Βέβαια. Δεν μπορεί έναν άνθρωπο αφοσιωμένο σε ένα έργο, ο οποίος κι από επιλογή θέλει απομόνωση, να τον πεις κουτό. Δεν προδίδει μόνο η φάτσα, προδίδει και η κίνηση και οι λέξεις. Σε όλα ισχύει αυτό. Το γραπτό δεν προδίδει; Το ύφος, οι λέξεις, το μένος ενός συντάκτη δεν σου δίνουν τη φωτογραφία του;
Το δίποδο, λέτε, είναι το μόνο ον που ξέρει ότι θα πεθάνει. Αυτή η γνώση δεν μας αποπροσανατολίζει τελικά;
Όχι. Κατ' αρχήν, αυτή η επίγνωση του πεπερασμένου της ύπαρξης είναι η αρχή όλων των θρησκειών. Αν δεν υπήρχε αυτό, δεν θα υπήρχαν θρησκείες, θα τις ψάχναμε. Αν δεις τις δυο μεγάλες θρησκείες που επικράτησαν, έχουν την ίδια υπόσχεση: τη μετά θάνατον ζωή.
Από την άλλη, αυτή η υπόσχεση σε διαλύει, δεν σε αφήνει να κάνεις πράγματα που θέλεις, να εκφραστείς...
Όσοι δεν μπορούν να τα κάνουν, ας μην τα κάνουν, τι να κάνουμε; Άλλοι μπορούν [γέλια]. Μην το γενικεύεις.
Και το βιβλίο σας είναι γεμάτο γενικότητες και αφορισμούς.
Βέβαια, ναι.
Το να μη μπορείς να εκφραστείς, να έχεις τη θρησκεία να σε τρομάζει, να σου λέει ότι θα πας στην κόλαση...
Σκέφτεσαι όμως πόση ανακούφιση σου δίνει, από την άλλη μεριά; Για σκέψου το κι αυτό, πόση γαλήνη σου δίνει. Δεν συνηγορώ υπέρ της θρησκείας αυτήν τη στιγμή, μην παρεξηγηθώ, έχεις μπροστά σου τον κατεξοχήν άθεο άνθρωπο.
Γιατί πολλοί βλάκες ασχολούνται με τα θεία;
Γιατί εκεί καταφεύγουν. Αν αύριο γινόμασταν όλοι όπως θέλαμε, αν είχαμε αυτό που θέλαμε, σπίτια, αυτοκίνητα, χρήματα, η δυστυχία δεν θα ήταν λιγότερη. Ούτε ο τρόμος. Η υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου είναι πελώρια. Αυτή η περίφημη φράση του Μαρξ «η θρησκεία είναι το όπιο του λαού», η οποία χρησιμοποιείται κατά κόρον από τον κάθε βλάκα, στην ουσία ήταν μία ομολογία του Μαρξ γιατί το όπιο τότε ήταν ένα αναλγητικό, ένα ντεπόν. Αυτό που είπε είναι ότι μπορεί να απαλύνει τη δυστυχία, αλλά δεν λύνει τα προβλήματα. Στην ουσία δεχόταν ότι η θρησκεία απαλύνει τη δυστυχία. Και δεν εννοούσε ότι ήταν όπιο που τους μαστουρώνει. Το όπιο ήταν ένα νεοανακαλυφθέν παυσίπονο - της εποχής. Ο καθένας χρησιμοποιεί αυτήν τη φράση όπως θέλει. Θυμάσαι τότε που είχε γίνει η φασαρία για τις ταυτότητες; Το βασικό επιχείρημα όσων ήταν κατά της αναγραφής ήταν ότι η θρησκεία είναι προσωπική υπόθεση του καθενός. Δεν είναι καθόλου προσωπική υπόθεση. Είναι κοινωνικό το θέμα, άσε που έχει γίνει παράδοση στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο. Κι είναι αδύνατο να ερμηνεύσεις την τέχνη στην Ευρώπη αν δεν ξέρεις περί θρησκείας. Τι πρεσβεύει. Όποιος θεωρεί ότι είναι προσωπικό το θέμα, αν τα Χριστούγεννα πέφτουν Πέμπτη, ας πάει στη δουλειά. Τα πάντα ορίζονται από τη θρησκεία, βλέπεις ότι η ρύθμιση της ζωής της κοινωνίας εμπεριέχει φοβερό αριθμό κανόνων που προέρχονται από τη θρησκεία. Επομένως, δεν είναι καθόλου προσωπικό.
Είναι περισσότερο ανεκτική η κοινωνία στους βλάκες;
Συγκριτικά με ποιους; Συνήθως η κοινωνία λοιδορεί τους ανθρώπους για πράγματα για τα οποία δεν ευθύνονται. Όπως είναι η βλακεία, όπως αν είναι κοντός κάποιος, αν είναι μυταράς, αν η κοπέλα είναι στραβοκάνα, αν είναι άβυζη. Λοιδορούμε τους ανθρώπους για γενετικά χαρακτηριστικά, γι' αυτά που δεν ευθύνονται δηλαδή. Λέμε τον άλλον καμπούρη, τον λέμε ψηλολέλεκα, τον λέμε ζουμπά, κι αυτό υπάρχει σε όλα τα κοινωνικά στρώματα.
Ο πολιτισμός τον ευνοεί το βλάκα;
Βέβαια.
Με ποιον τρόπο;
Τον ευνοεί γιατί οι κοινωνίες έχουν γιγαντωθεί, έχουν ανάγκη από κόσμο να στελεχώσει τις δομές αυτές, κι ένας βλάκας που σπουδάζει βρίσκει θέση και μάλιστα μερικές φορές αξιοζήλευτη μέσα στον κοινωνικό ιστό. Μέσα σ' αυτούς τους μηχανισμούς. Δεν έχεις δει υπουργούς βλάκες; Εδώ ο άλλος ο βλάκας της Αμερικής είναι πλανητάρχης. Λοιπόν, τον ευνοεί αυτόν ή όχι; Αυτός στην πρωτόγονη κατάσταση, στη φυσική αξιοκρατία, θα είχε πεθάνει της πείνας, δεν θα ήταν ικανός ούτε μια μπανάνα να βρει μόνος του. Σήμερα είναι πλανητάρχης.
Η απόλυτη λογική δεν είναι παραλογισμός; Μια απόλυτα λογική κοινωνία δεν είναι μια κοινωνία χωρίς έλεος;
Εκεί που απουσιάζει το συναίσθημα δεν υπάρχει έλεος. Δεν πάει να πει ότι οι έξυπνοι δεν έχουν συναίσθημα. Γιατί να συναναστρέφεσαι βλάκες; Μάλλον οι βλάκες έχουν λιγότερο συναίσθημα. Ο βλάκας είναι εξορισμού αναίσθητος. Δηλαδή, όσα λιγότερα καταλαβαίνεις τόσα λιγότερα νιώθεις. Ο βλάκας τείνει προς την αναισθησία. Αυτό είναι δεδομένο. Οι έξυπνοι άνθρωποι, που είναι κατά κανόνα πλούσιοι σε συναισθήματα, έχουν και μια αδιόρατη θλίψη. Έχουν επίγνωση του κόσμου, έχουν επίγνωση του πόσο λυκοφωλιά είναι. Και το πεπερασμένο του βέβαια. Γι' αυτό υπάρχει μια θλίψη, μια μελαγχολία αδιόρατη. Ο βλάκας δεν τα έχει αυτά. Ο βλάκας αισθάνεται πρωτογενή πράγματα, επιβίωσης κ.λπ. Κάποτε που ζοριζόμασταν επικαλούμασταν την ευτυχία του βλάκα και λέγαμε «Θεέ μου, γιατί δεν με έκανες μόγγολο;»
Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι...
Αυτό, πρόσεχε, είναι επαναστατικό. Μόνο η χριστιανική θρησκεία το είπε αυτό. Για την εποχή που ειπώθηκε ήταν ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ, κι ακόμα είναι. Τι έκανε; Ενώ ζούμε σε μια κοινωνία επίδοσης, έρχεται η χριστιανική θρησκεία -μεγάλη μαγκιά της αυτή- και τους δίνει συγχωροχάρτι. Με κάτι τέτοια πήρε τον κόσμο μαζί της. Αυτό δεν είχε ξαναειπωθεί πουθενά. Όλες οι κοινωνίες έχουν έναν Καιάδα. Αυτόν που υστερεί τον έφαγε η μαρμάγκα. Εδώ ανοίγουν Καιάδα για παρεκκλίσεις άλλου είδους οι κοινωνίες οι τωρινές, πολιτικές. σεξουαλικές, δεν θα ανοίγανε για τον βλάκα;
Γιατί τόσοι βλάκες πετυχαίνουν στη ζωή τους;
Η αξιοκρατία δεν είναι πια η φυσική αξιοκρατία. Γράφω κιόλας για το κληρονομικό δίκαιο. Αν γεννηθείς με το χρυσό κουτάλι στο στόμα, όσο ηλίθιος κι αν είσαι, θα κάνεις σπουδές. Εδώ ο Γιωργάκης έγινε αρχηγός κόμματος. Η φυσική αξιοκρατία είναι πια μακρινή ανάμνηση.
Περιστασιακά γινόμαστε όλοι βλάκες.
Όλοι! Μηδενός εξαιρουμένου. Δεν υπάρχει άνθρωπος που δεν έχει κάνει βλακείες και μάλιστα πολλές. Συνήθως όταν μεγαλώνεις φαίνεσαι βλάκας στα μάτια των νεότερων. Δεν μπορείς πάντα να συμβαδίζεις με την εποχή σου, κάποια στιγμή σε ξεπερνάει. Αν το καταλάβεις, αν έχεις τη συγκρότηση, γιατί δεν είναι θέμα μυαλού, αρκείσαι στα δικά σου. Δεν ανακατεύεσαι στα πόδια άλλου. Εγώ τώρα είμαι 61 χρονών, τι να κάνω, το τζόβενο; Στο είπα και στην αρχή: άλλης εποχής εγώ, άλλη εποχή τώρα. Προσωπικά δίνω προσοχή σε αυτούς που κολακεύουν τους νέους. Πρέπει να είστε πάρα πολύ καχύποπτοι. Αυτοί που σας κολακεύουν κάτι θέλουν να σας πάρουν. Κάτι θέλουν να σας αρπάξουν. Μη μασάτε. Η κολακεία των νέων υποκρύπτει πάντα κάτι ύποπτο. Η νέα γενιά ναι, είναι ελπίδα, αλλά αφήστε τη να πάρει το δρόμο της, δεν χρειάζεται ούτε καθοδήγηση ούτε γλείψιμο.
Με τη ματαιοδοξία τι σχέση έχει η βλακεία;
Είναι συναφείς έννοιες. Είναι η άλλη πλευρά του νομίσματος. Βλάκας χωρίς ματαιοδοξία δεν υπάρχει. Όλοι είναι σπουδαίοι, δεν βλέπεις γύρω σου; Ακόμα και το νούμερο που βγαίνει στο γυαλί, η ματαιοδοξία το σπρώχνει. Αυτοί στα παράθυρα που γαβγίζουν, γιατί πιστεύεις ότι είναι εκεί; Να σου πω ένα πράγμα: Με ρωτούν όλοι γιατί δεν δίνω συνεντεύξεις και δεν εμφανίζομαι στην τηλεόραση. Το κάνω μια φορά αν βγει νέο βιβλίο μου. Πρέπει να νιώθεις σπουδαίος για να πας εκεί, να δείξεις στον κόσμο ότι κάποιος είσαι, να πεις την άποψή σου για το συγκοινωνιακό, το θρησκευτικό, τους σεισμούς. Όλοι αυτοί οι γελοίοι που μαζεύονται είναι ματαιόδοξοι. Νιώθουν τους εαυτούς τους σπουδαίους. Εγώ δεν νιώθω σπουδαίος.
Πάντα μπρος στην αξία της ομορφιάς ο ηλίθιος ηθικολογεί, λέτε στο βιβλίο, θέλετε να μου το σχολιάσετε αυτό;
Ο βλάκας αμφισβητεί τα πάντα. Και την εξυπνάδα και την επιτυχία του άλλου. Υπάρχει μια βασική αρχή: Αν δεν μπορείς να ξεπεράσεις κάτι, υποβίβασέ το για να φανείς εσύ. Η ομορφιά είναι μια αυταπόδεικτη αξία, τι να πει; Εκεί το ρίχνει στην ηθικολογία, κάποια όμορφη ή είναι πουτάνα ή είναι ηλίθια. Δεν υπάρχει επιχείρημα εναντίον της ομορφιάς. Ή είναι όμορφος κάποιος ή δεν είναι. Απ' τη στιγμή που είναι, δεν μπορείς να πεις τίποτα. Υπάρχει η διαφυγή στην ηθικολογία. Βλέπεις κάτι δύσμορφες συντάκτριες περιοδικών κι εφημερίδων που δεν αφήνουν κορίτσι για κορίτσι που να μην το ξεφωνίσουν. Κοίτα, όσο πιο ελλειμματικός είσαι τόσο πιο χολερικός γίνεσαι. Αυτό είναι κανόνας. Ο άνθρωπος που είναι πληρωμένος, με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου, δεν έχει ανάγκη να ασχοληθεί. Ο αϊτός δεν πιάνει μύγες. Η έννοια της επιτυχίας και της πληρότητας του ανθρώπου δεν είναι κάτι στανταρισμένο. Είναι μια απάντηση στο γιατί έφυγα από τη διαφήμιση. Θα μπορούσα να είχα κι εγώ ένα κότερο, καμιά ξανθιά, δεν ήταν αυτό το ζητούμενο το δικό μου. Το δικό μου ήταν ελευθερία χρόνου. Με τα κριτήρια της κοινωνίας μπορεί να είμαι αποτυχημένος, με τα δικά μου δεν είμαι.
Με τη βλακεία πώς συναλλάσσεστε;
Με κατανόηση. Πρέπει να ξέρεις ποιον έχεις απέναντί σου, είτε βλάκας είναι αυτός είτε πονηρός, ή οτιδήποτε, να έχεις μια στοιχειώδη γνώση, αντίληψη ποιον έχεις απέναντί σου. Στην ουσία είναι αυτό που λέγαμε παλιά: Μη ζητάς από έναν άνθρωπο κάτι που δεν μπορεί να σου δώσει. Μέχρι εκεί φτάνει, μέχρι εκεί είσαι αναγκασμένος να συνυπάρξεις. Ούτε το μυαλό μας ούτε η ηθική μας ούτε η στάση ζωής μας είναι μέτρο του κόσμου. Αυτό είναι το λάθος που κάνετε εσείς οι δημοσιογράφοι στις προσωπικές σας απόψεις.
Tο δοκίμιο του Διονύση Χαριτόπουλου «Εγχειρίδιο Βλακείας» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τόπος.
17/4/2008
«Δεν εννοήσαμεν αν η γλώσσα ήτον η μακεδονική ή η ελληνική», έγραφε το 1904 ο Παύλος Μελάς στη γυναίκα του από κάποιο σλαβόφωνο χωριό της Μακεδονίας. «Ζα νάσητε μπράτιε Μακεντόντσι» (για τους αδελφούς μας Μακεδόνες) τιτλοφορούνταν οι προκηρύξεις που οι μακεδονομάχοι μοίραζαν στους χωρικούς το 1905, όταν ο επίσημος χαρτογράφος του ελληνικού βασιλείου εξηγούσε πως ο Μακεδονικός Αγώνας διεξάγεται μεταξύ «Ελληνιζόντων Μακεδόνων» και «Βουλγαριζόντων Μακεδόνων» αλλά «η εθνότης είναι η αυτή και εις τας δύο ταύτας κατηγορίας, ήτοι η Μακεδονική». Το 1920 η επίσημη απογραφή πληθυσμού του ελληνικού κράτους κατέγραψε την ύπαρξη «μακεδονικής γλώσσας», διακριτής από τη σερβική και τη βουλγαρική. «Μακεδονική γλώσσα» αναφέρει ακόμη και η εμφυλιοπολεμική Λευκή Βίβλος που εξέδωσε το 1947 το κράτος των Αθηνών. Για «μακεδονική γλώσσα η οποία ομιλείται στα Σκόπια και έχει γραμματικήν και συντακτικόν» έκανε τέλος λόγο το 1959 στη Βουλή ο Ευάγγελος Αβέρωφ, υπουργός Εξωτερικών του Καραμανλή του πρεσβύτερου. Να υποθέσουμε πως όλοι αυτοί δεν ήταν παρά ενεργούμενα του «αλυτρωτισμού των Σκοπίων», αφού έσπευσαν -μερικές δεκαετίες πριν από τον κ. Ντάνιελ Φριντ του Στέιτ Ντιπάρτμεντ- ν' αναγνωρίσουν την ύπαρξη της ακατονόμαστης «ψευδοεθνότητας» και «ψευδογλώσσας»; Οσο για την Πηνελόπη Δέλτα, ο ρόλος της είναι εξαιρετικά ύποπτος: αυτή δεν γράφει, και μάλιστα στα «Μυστικά του Βάλτου», για πληθυσμούς που «εθνική συνείδηση είχαν τη μακεδονική μονάχα» δυο ολόκληρες γενιές πριν απ' τον Τίτο;
Περίσσεψε φαίνεται ο ενθουσιασμός από την εθνική μας νίκη στο Βουκουρέστι. Από την επιβεβαίωση δηλαδή του ότι κι εμείς, ως παλαίμαχοι νατοϊκοί, μπορούμε να καταπατούμε ατιμωρητί τις διεθνείς συμφωνίες που έχουμε υπογράψει. Μέσα σε χρόνο μηδέν παραμερίστηκαν έτσι η διπλωματική μετριοπάθεια και τα ορθολογικά επιχειρήματα, περί μιας σύνθετης ονομασίας που θα καθιστά διακριτή τη «δική μας» Μακεδονία από την «άλλη», κι επιστρέψαμε επί της ουσίας στις μέρες του 1992-93. Από τον Γιώργο Παπανδρέου ώς τον Γιώργο Καρατζαφέρη κι από τα φιλοκυβερνητικά κανάλια μέχρι το «Ριζοσπάστη», όλος ο πολιτικός κόσμος σπεύδει να καταγγείλει σαν «απαράδεκτη πρόκληση» ακόμη και την απλή παραδοχή του αυτονόητου: ότι οι βόρειοι γείτονές μας έχουν εθνική ταυτότητα και γλώσσα, τις οποίες οι ίδιοι προσδιορίζουν (και η υπόλοιπη ανθρωπότητα -με την εξαίρεση των Βούλγαρων εθνικιστών- αποδέχεται) εδώ και πολύν καιρό ως μακεδονικές. Αυτή όμως η σκλήρυνση δεν αντίκειται απλώς στο υφιστάμενο διεθνές δίκαιο περί εθνικού αυτοπροσδιορισμού. Αδυνατεί επίσης εκ των πραγμάτων να συμπυκνωθεί θεσμικά σε κάποιο διεκδικήσιμο αίτημα, πέρα από την ανομολόγητη αλλά οφθαλμοφανή προσδοκία αυτοδιάλυσης του «κρατιδίου». Ταυτόχρονα, ωστόσο, αποκαλύπτει το βαθύτερο (και παράλογο, μολονότι ιστορικά ερμηνεύσιμο) σύνδρομο εθνικής ανασφάλειας που υποκρύπτεται πίσω από το θέατρο σκιών περί «μακεδονισμού». Εναν αιώνα μετά τους Βαλκανικούς πολέμους, μάλλον κάποιοι δεν έχουν ακόμα πειστεί πως η ελληνική Μακεδονία είναι όντως ελληνική.
Περίσσεψε φαίνεται ο ενθουσιασμός από την εθνική μας νίκη στο Βουκουρέστι. Από την επιβεβαίωση δηλαδή του ότι κι εμείς, ως παλαίμαχοι νατοϊκοί, μπορούμε να καταπατούμε ατιμωρητί τις διεθνείς συμφωνίες που έχουμε υπογράψει. Μέσα σε χρόνο μηδέν παραμερίστηκαν έτσι η διπλωματική μετριοπάθεια και τα ορθολογικά επιχειρήματα, περί μιας σύνθετης ονομασίας που θα καθιστά διακριτή τη «δική μας» Μακεδονία από την «άλλη», κι επιστρέψαμε επί της ουσίας στις μέρες του 1992-93. Από τον Γιώργο Παπανδρέου ώς τον Γιώργο Καρατζαφέρη κι από τα φιλοκυβερνητικά κανάλια μέχρι το «Ριζοσπάστη», όλος ο πολιτικός κόσμος σπεύδει να καταγγείλει σαν «απαράδεκτη πρόκληση» ακόμη και την απλή παραδοχή του αυτονόητου: ότι οι βόρειοι γείτονές μας έχουν εθνική ταυτότητα και γλώσσα, τις οποίες οι ίδιοι προσδιορίζουν (και η υπόλοιπη ανθρωπότητα -με την εξαίρεση των Βούλγαρων εθνικιστών- αποδέχεται) εδώ και πολύν καιρό ως μακεδονικές. Αυτή όμως η σκλήρυνση δεν αντίκειται απλώς στο υφιστάμενο διεθνές δίκαιο περί εθνικού αυτοπροσδιορισμού. Αδυνατεί επίσης εκ των πραγμάτων να συμπυκνωθεί θεσμικά σε κάποιο διεκδικήσιμο αίτημα, πέρα από την ανομολόγητη αλλά οφθαλμοφανή προσδοκία αυτοδιάλυσης του «κρατιδίου». Ταυτόχρονα, ωστόσο, αποκαλύπτει το βαθύτερο (και παράλογο, μολονότι ιστορικά ερμηνεύσιμο) σύνδρομο εθνικής ανασφάλειας που υποκρύπτεται πίσω από το θέατρο σκιών περί «μακεδονισμού». Εναν αιώνα μετά τους Βαλκανικούς πολέμους, μάλλον κάποιοι δεν έχουν ακόμα πειστεί πως η ελληνική Μακεδονία είναι όντως ελληνική.
Δώδεκα χρόνια μετά την κυνική προφητεία του Κων/νου Μητσοτάκη για τις αντοχές του εθνικού μας μνημονικού, το «Σκοπιανό» επανεμφανίζεται στον πολιτικό ορίζοντα της χώρας.
Με αφορμή τις προτάσεις Νίμιτς και την εκκρεμή εξέταση του αιτήματος εισδοχής της ΠΓΔΜ στην Ε.Ε., οι ατυχήσαντες μακεδονομάχοι της περασμένης δεκαετίας ξανασηκώνουν κεφάλι, επιδιώκοντας να ξαναγίνουν ρυθμιστές της εξωτερικής πολιτικής. Επιστέγασμα της διαφαινόμενης στροφής αποτελούν οι νύξεις (ή διπλωματικές απειλές) για δημοψήφισμα, όπου ο ελληνικός λαός θα αποφανθεί για το όνομα και την ευρωπαϊκή προοπτική των γειτόνων μας.
Αφήνοντας κατά μέρος την προβληματική δημοκρατικότητα μιας τέτοιας ενέργειας, αναρωτιέται κανείς με ποια κριτήρια θα κληθεί ο ελληνικός λαός να κρίνει υπέρ ή κατά της όποιας προτεινόμενης λύσης.
Με δεδομένο το μοντέλο των τηλεοπτικών παραθύρων, που αποκλείει οποιαδήποτε ψύχραιμη κι εποικοδομητική ανταλλαγή απόψεων για τα λεγόμενα «εθνικά θέματα», το πιθανότερο είναι να κληθούμε απλώς να επικυρώσουμε τα στερεότυπα που επιβλήθηκαν πριν από μία δεκαετία σε συνθήκες εθνικιστικής υστερίας, πατριδοκάπηλης μικροκομματικής πλειοδοσίας, κατευθυνόμενης πληροφόρησης και δικαστικών διώξεων των αντιφρονούντων. Στερεότυπα που ποτέ δεν συζητήθηκαν σοβαρά (έξω από τους κύκλους των επαγγελματιών επιστημόνων) και ως εκ τούτου εξακολουθούν ν' αποτελούν «κτήμα» (και να καθορίζουν τις επιλογές) της κοινής γνώμης.
Γιατί η ουσία του «Σκοπιανού» είναι ακριβώς αυτή: η εικόνα που διαμορφώθηκε γι' αυτό στην ελληνική κοινωνία, σφυρηλατημένη το 1991-92 με μεθόδους «Εθνικής Ηθικής Διαπαιδαγώγησης», στηρίζεται σε «ανιστόρητα στερεότυπα» κι «ένα μείγμα από παραχαραγμένα ιστορικά στοιχεία και μισές αλήθειες», όπως διαπιστώνει ο επίσημος κρατικός μακεδονολόγος, Ευάγγελος Κωφός. Με αποτέλεσμα το μπλοκάρισμα οποιασδήποτε πραγματιστικής πολιτικής ή ακόμα και τη διεθνή γελοιοποίηση.
Ας δούμε όμως από κοντά τα βασικά συστατικά στοιχεία αυτής της πρόσφατης «εθνικής μας τύφλωσης».
Μύθος 1ος
Η ονομασία «Μακεδόνες» των βορείων γειτόνων μας πρωτοεμφανίζεται το 1943-44 και αποτελεί κατασκεύασμα του Τίτο.
Στην πραγματικότητα η επίμαχη ονομασία χρησιμοποιείται ήδη από τα μέσα του ΙΘ' αι., όταν πρώτη φορά ετέθη δημόσια το ζήτημα του εθνικού χαρακτήρα των σλαβόφωνων χριστιανών της ευρύτερης Μακεδονίας. Οι τελευταίοι δηλώνουν «Μακεδόνες» την ίδια στιγμή που διαπραγματεύονται την υποστήριξή τους στην ελληνική, βουλγαρική ή σερβική εθνική ιδέα.
Τυπικό δείγμα, το κήρυγμα του (πρώην κομιτατζή και εν συνεχεία μακεδονομάχου) καπετάν Κώττα προς τους προεστούς των Κορεστίων, όπως καταγράφηκε από τον αυτόπτη Παύλο Μελά: «Ημείς οι Μακεδόνες διά ν' αποκτήσωμεν ελευθερίαν έχομεν δύο δρόμους ν' ακολουθήσωμεν. Ο ένας πηγαίνει εις την Βουλγαρίαν, ο άλλος πηγαίνει εις την Ελλάδα» (Ναταλία Μελά, «Παύλος Μελάς», Αθήνα 1964, σ. 242). Καθώς η παραπάνω ομιλία έγινε στη γλώσσα που ο ίδιος ο Μελάς αποκαλεί «μακεδονικά», οι κατά Κώτταν «Μακεδόνες» αυτοαποκαλούνταν -προφανώς- «Μακεντόντσι».
Δεν πρόκειται για τη μοναδική καταγραφή του είδους. Κατά την είσοδό τους στις ΗΠΑ, την πρώτη δεκαετία του 20ού αι., πολλοί σλαβόφωνοι μετανάστες απαντούν στο ερώτημα ποια είναι η «φυλή» ή ο «λαός» τους με τη λέξη «Μακεδόνας». Οι σχετικές καταχωρήσεις είναι ηλεκτρονικά προσπελάσιμες, στην πρωτότυπη μορφή τους, στην ιστοσελίδα του Ελις Αϊλαντ.
Ενδιαφέρουσα είναι η προβολή αυτού του αυτοπροσδιορισμού από την ελληνική προπαγάνδα της εποχής, που από τη «μακεδονικότητα» των σλαβοφώνων έσπευδε να συναγάγει την «ελληνικότητά» τους. «Και αυταί αι παραδόσεις των βουλγαροφώνων Ελλήνων εισίν ελληνικαί, ως και το παρ' αυτοίς αίσθημα της εθνότητος, διότι αυτοί εαυτούς Μακεδόνας ονομάζουσιν, ουδέποτε δε χρώνται τη λέξει Βούλγαρος» διαβάζουμε, π.χ. στον εθνογραφικό χάρτη του Στάνφορντ (1877), που είχε συνταχθεί από τον έλληνα διπλωμάτη Ιωάννη Γεννάδιο. Τρεις δεκαετίες αργότερα, ο Δημήτριος Φιλιππίδης τονίζει κι αυτός ότι «οι χριστιανοί κάτοικοι, άνευ διακρίσεως οι τε Ελληνες και οι σχισματικοί, ονομάζουσιν εαυτούς υπό το γενικόν όνομα "Μακεδόνας"» («Η Μακεδονία», Εν Αθήναις 1906, σ. 30).
Το 1905, τέλος, ο επίσημος χαρτογράφος του ελληνικού μηχανισμού λοχαγός Πάτροκλος Κοντογιάννης, εισηγείται υπηρεσιακά την ενιαία χρήση του όρου «Μακεδόνες» για τους σλαβόφωνους χριστιανούς της ευρύτερης περιοχής, αναφερόμενος σε «Μακεδόνας ελληνίζοντας» και «Μακεδόνας βουλγαρίζοντας» και υποστηρίζοντας ότι «η εθνότης είναι η αυτή και εις τας δύο ταύτας κατηγορίας, ήτοι η Μακεδονική» (βλ. «Ιός» 5.6.05).
Η τάση διακριτού αυτοπροσδιορισμού ενισχύθηκε προοδευτικά ως απάντηση στις αιματηρές προσηλυτιστικές εκστρατείες Βουλγάρων, Ελλήνων και Σέρβων. Η πρώτη πανηγυρική διατύπωση της συγκρότησης ενός σύγχρονου, σλαβικού «μακεδονικού έθνους» γίνεται το 1903 από τον (γεννημένο στην Πέλλα των Γιαννιτσών) Κάρστε Μισίρκωφ. Για τις αντίστοιχες αποκρυσταλλώσεις στη βάση των τοπικών κοινωνιών, αποκαλυπτική είναι η διαπίστωση του Στράτη Μυριβήλη το 1917: «Αυτοί εδώ οι χωριάτες», γράφει για τους οικοδεσπότες του στη Βελούσινα, «δε θέλουν νάναι μήτε "Μπουλγκάρ", μήτε "Σρρπ", μήτε "Γκρρτς". Μοναχά "Μακεντόν ορτοντόξ"» («Η ζωή εν τάφω», 1η έκδοση [1924], επανέκδ. Αθήνα 1991, σ. 104-5).
Ολα αυτά, μερικές δεκαετίες τουλάχιστον πριν ο Τίτο κάνει τη δημόσια εμφάνισή του στην πολιτική σκηνή των Βαλκανίων.
Μύθος 2ος
Η εδαφική επικράτεια της ΠΓΔΜ βρίσκεται ως επί το πλείστον εκτός «ιστορικής» Μακεδονίας.
Στην πραγματικότητα, όπως ο ίδιος ο εθνικός μας ιστορικός Κων/νος Παπαρρηγόπουλος επισημαίνει σε υπηρεσιακή έκθεσή του το 1885, ολόκληρη η σημερινή ΠΓΔΜ περιλαμβάνεται στα όρια της αρχαίας Μακεδονίας (επί Φιλίππου). Η πολυδιαφημισμένη διάκριση της μείζονος Μακεδονίας σε «γεωγραφική» και «ιστορική» δεν είναι αντίθετα παρά ένα τέχνασμα του τότε ελληνικού υπ.Εξ., με σκοπό την αυθαίρετη ταύτιση της Μακεδονίας με «το μέρος εκείνο της χώρας ταύτης εις το οποίον ο Ελληνισμός δύναται να παρασταθή επικρατών». Την αποκαλυπτική αυτή έκθεση εντοπίσαμε στα αρχεία του υπ.Εξ. και δημοσιεύσαμε αυτούσια παλιότερα («Ε» 24.2.2001).
Ο Παπαρρηγόπουλος αρνήθηκε να δεχτεί τις σχετικές εισηγήσεις, τονίζοντας πως «επ' ουδεμιάς ιστορικής βάσεως δυνάμεθα να στηρίξωμεν νέαν της Μακεδονίας οριοθέτησιν» και προειδοποιώντας ότι «ουδείς ήθελε αποδεχθή» διεθνώς τον «νέον γεωγραφικόν όρον» που κατασκεύασε η ελληνική πολιτική ηγεσία για τις βορειότερες μακεδονικές περιοχές. Παρ' όλο που τότε δεν ακούστηκε, η Ιστορία έμελλε να τον δικαιώσει: η μετονομασία της Βόρειας Μακεδονίας σε «Δαρδανία» παρέμεινε ένα σόφισμα για εσωτερική κατανάλωση, χωρίς οποιοδήποτε αντίκρισμα στη διεθνή επιστημονική και διπλωματική σκηνή -ούτε καν καθολική αποδοχή από τους εν Ελλάδι μακεδονολογούντες.
Μύθος 3ος
Το πραγματικό ιστορικό όνομα της ΠΓΔΜ είναι «Βαρντάρσκα Μπανοβίνα».
Στην πραγματικότητα, η ονομασία αυτή χρησιμοποιήθηκε απ' το γιουγκοσλαβικό κράτος 12 χρόνια όλα κι όλα (1929-1941) και μάλιστα κάτω από συνθήκες που επιβεβαιώνουν πανηγυρικά τον τεχνητό χαρακτήρα της.
Οταν η στρατιωτική δικτατορία του βασιλιά Αλέξανδρου επιχείρησε το 1929 να εξαλείψει τις εθνότητες της χώρας συγχωνεύοντάς τις σε ένα ενιαίο «γιουγκοσλαβικό» έθνος υπό σερβική ηγεμονία, όλες οι «ιστορικές» περιφέρειες της Γιουγκοσλαβίας αντικαταστάθηκαν από Διοικήσεις («Μπανοβίνες») με τα ονόματα των τοπικών ποταμών. Η αλλαγή παγιώθηκε με το σύνταγμα του 1931 (άρθρο 83) και αντιμετωπίστηκε ειρωνικά από το διεθνή τύπο της εποχής.
Αν πάρουμε στα σοβαρά αυτή τη διοικητική διαίρεση, τότε εκτός από (γιουγκοσλαβική) Μακεδονία δεν υπάρχουν επίσης Σλοβενία (αλλά «Ντράβσκα» Μπανοβίνα), Κροατία («Σάβσκα» και «Πριμόρσκα» Μπανοβίνα), Μαυροβούνιο («Ζέτσκα» Μπανοβίνα), Βοσνία-Ερζεγοβίνη («Ντρίνσκα» και «Βρμπάσκα» Μπανοβίνα), Βοϊβοδίνα («Ντουνάβσκα» Μπανοβίνα) και -φυσικά- ούτε Σερβία («Μοράβσκα» Μπανοβίνα). Η γελοιότητα του όλου επιχειρήματος, που προπαγανδίστηκε κι από επίσημα χείλη (βλ. επιστολή Παπαθεμελή, «Ε» 17.3.01), είναι παραπάνω από προφανής.
Μύθος 4ος
Ονομασία των βορείων γειτόνων μας ως «Μακεδονία» συνεπάγεται αλυτρωτικές βλέψεις εις βάρος της Ελληνικής Μακεδονίας.
Στην πραγματικότητα, οι παλιότερες εδαφικές διεκδικήσεις εις βάρος της ελληνικής Μακεδονίας ουδέποτε στηρίχτηκαν σε «ονοματολογικές» παρανοήσεις. Κεντρικό επιχείρημα της Βουλγαρίας και της τιτοϊκής Γιουγκοσλαβίας (πριν από το 1950) ήταν η συνεχιζόμενη παρουσία μιας συμπαγούς σλαβόγλωσσης μειονότητας σε περιοχές της ελληνικής Μακεδονίας ή τα «ιστορικά δίκαια» που (υποτίθεται ότι) συνεπαγόταν η πληθυσμιακή σύνθεση της περιοχής πριν από τους Βαλκανικούς Πολέμους και την εγκατάσταση των προσφύγων της Μικρασίας.
Ακόμη κι αν η ΠΓΔΜ μετονομαζόταν «Δαρδανία», αυτό δεν θα εξαφάνιζε τις αναφορές των εκεί εθνικιστών σε «αλύτρωτους Δαρδανούς» της Β. Ελλάδας. Στη δε χώρα μας, θα γινόμασταν απλώς μάρτυρες της μετάλλαξης των «σλαβόφωνων Ελλήνων» σε «δαρδανόφωνους».
Της μόδας μέχρι το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο υπήρξε επίσης η «γεωπολιτική» επιχειρηματολογία («δικαίωμα» των εθνών να «αναζητήσουν» καλλιεργήσιμα εδάφη, θαλάσσιες οδούς κ.λπ.). Παρόμοια επιχειρήματα πρόβαλε τότε κι η επίσημη Αθήνα, ζητώντας επέκταση των ελληνικών συνόρων προς βορρά. Σήμερα, τέτοιοι ισχυρισμοί θεωρούνται από το Διεθνές Δίκαιο απαράδεκτοι, ενώ η ύπαρξη και προστασία των κατά τόπους μειονοτήτων έχει πλήρως αποσυνδεθεί από εδαφικές «διευθετήσεις».
Μύθος 5ος
Η (φαντασιακή) σχέση των Σλαβομακεδόνων με τους αρχαίους Μακεδόνες είναι μια ιστορική πλαστογραφία που χαλκεύθηκε από τα Σκόπια στα μεταπολεμικά χρόνια.
Στην πραγματικότητα, η υποτιθέμενη καταγωγή των σλαβόφωνων από τους αρχαίους Μακεδόνες υπήρξε αγαπημένο θέμα της ελληνικής προπαγάνδας, ήδη από τα μέσα του ΙΘ' αι.
Το πιστοποιούν σλαβόγλωσσα έντυπα που οι μακεδονομάχοι μοίραζαν στον τοπικό πληθυσμό, όπως η «Διακήρυξη του Ελληνομακεδονικού Συλλόγου της Αθήνας για τους αδελφούς μας Μακεδόνες» (1905) ή οι υποτιθέμενες «Προφητείες του Μεγαλέξανδρου» (1907). Ανάλογες θεωρίες συναντάμε και σε προφορικά κηρύγματα προς τους σλαβόφωνους χωρικούς (Στ. Ράπτης «Ιστορία του Μακεδονικού Αγώνος», Εν Αθήναις 1910, σ. 168). Πασίγνωστη είναι τέλος η αναγόρευση της σλαβομακεδονικής σε μετεξέλιξη της «ομηρικής» γλώσσας των αρχαίων Μακεδόνων από λογίους της εποχής (Τσιούλκας, Μπουκουβάλας κ.ά.), τα πονήματα των οποίων βρίσκουν μέχρι σήμερα ανταπόκριση σε ελληνικούς εθνικιστικούς κύκλους.
Εξίσου παλιά είναι η οικειοποίηση αυτής της «ιστορικής» επιχειρηματολογίας από τους ίδιους τους σλαβόφωνους Μακεδόνες -είτε αυτοί συντάσσονταν με τον ελληνικό εθνικισμό είτε όχι. Προξενική έκθεση του 1871 καταγράφει το στολισμό του «σλαβοβουλγαρικού» βιβλιοπωλείου των Βιτωλίων με την εικόνα του Μεγαλέξανδρου, ενώ το 1902 κομιτατζήδες κηρύσσουν πως «θέλουν να αναζωώσουν τον Μέγαν Αλέξανδρον» και το κράτος του. Την ίδια χρονιά, σλαβόφωνος πράκτορας του ελληνικού μηχανισμού καυτηριάζει δημόσια τους συμπατριώτες του που «πλανώνται πλάνην μεγάλην φρονούντες ότι είνε δυνατόν να είνε απόγονοι συγχρόνως τε του Μεγάλου Αλεξάνδρου και του Κρούμου» (Γ. Π. Κώνστας, «Ενέργειαι και δολοφονικά όργια του βουλγαρικού κομιτάτου», Εν Αθήναις 1902, σ. ιθ').
Παρά την οφθαλμοφανή αυθαιρεσία του, το όλο «γενεαλογικό» σχήμα έχει συνεπώς τη δική του προϊστορία. Στο κάτω κάτω, τι φταίνε αυτοί αν πήραν τοις μετρητοίς όσα τους κανοναρχούσαν οι «δικοί μας» φωστήρες;
Διαφορετικής τάξης ζήτημα αποτέλεσε η υιοθεσία του «Ηλιου της Βεργίνας» ως εθνικού εμβλήματος της ΠΓΔΜ το 1992. Ευθύς εξαρχής ήταν προφανές πως επρόκειτο για (εσπευσμένη) κατασκευή ενός διαπραγματευτικού χαρτιού προς ανταλλαγή, ενόψει μελλοντικού διακανονισμού. Το αποδεικνύει όχι μόνο η άνετη απεμπόλησή του το 1995, αλλά και η προνοητικότητα της ηγεσίας των Σκοπίων να απεικονίσει έναν διαφορετικό «ήλιο» στα κέρματα που έκοψε το 1993.
Μύθος 6ος
Το ελληνικό κράτος αδιαφόρησε επί μισόν αιώνα για τις κινήσεις των Σκοπίων.
Στην πραγματικότητα, όπως εξηγεί σε απολογιστικό του κείμενο ο επίσημος ιστορικός του Μακεδονικού (κι εμπειρογνώμονας του ΥΠΕΞ επί τρεις τουλάχιστον δεκαετίες), Ευάγγελος Κωφός, «για τη διπλωματική μας Υπηρεσία, το θεωρούμενο από πολλούς ως "ανύπαρκτο θέμα" ήταν ένα πολύ υπαρκτό και ακανθώδες πρόβλημα. Υπήρξαν περίοδοι κατά τις οποίες το 50% των εισερχομένων ημερησίως εγγράφων στο αρμόδιο Βαλκανικό Τμήμα του Υπουργείου αναφέρονταν άμεσα ή έμμεσα στο Μακεδονικό».
Η σχετική παρανόηση οφείλεται στην επιλογή της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας να θεωρεί το θέμα επισήμως «ανύπαρκτο», επιβάλλοντας αυτή τη γραμμή στα ελληνικά ΜΜΕ.
Ο Κων/νος Καραμανλής (ο παλιότερος) δεν είχε π.χ. κανένα πρόβλημα να εξηγήσει το 1980 στο γιουγκοσλάβο ομόλογό του, Μιγιάτοβιτς, πώς υποχρέωσε τον ελληνικό τύπο ν' αποσιωπήσει την απάντηση του γιουγκοσλαβικού ΥΠΕΞ σε ερώτηση «ενός δικού μας ανόητου δημοσιογράφου για το Μακεδονικό» («Αρχείο Καραμανλή», τ. 12ος, σ. 61).
Η αιτία αυτής της διατεταγμένης αυτολογοκρισίας δεν είναι δύσκολο να εντοπιστεί. Χάρη στη (μυστική) ελληνογιουγκοσλαβική «συμφωνία κυρίων» του 1962 για εκατέρωθεν αποχή από οποιαδήποτε δημόσια ανακίνηση του Μακεδονικού, το ελληνικό κράτος μπόρεσε να οργανώσει -χωρίς διεθνείς περιπλοκές- ένα εκτεταμένο πρόγραμμα αφομοίωσης της σλαβόφωνης μειονότητας του βορειοελλαδικού χώρου. Σε αντάλλαγμα αποδέχθηκε de facto την ύπαρξη της Σ. Δ. Μακεδονίας, όπως πιστοποιεί η αναγραφή της ονομασίας σε ΦΕΚ όλων των μεταπολεμικών κυβερνήσεων.
Μύθος 7ος
Η ηγεσία των Σκοπίων υπήρξε σταθερά αδιάλλακτη στο ζήτημα του ονόματος, απορρίπτοντας κάθε συμβιβαστική λύση.
Στην πραγματικότητα, η ελληνική κυβέρνηση φρόντισε να απορρίψει πρώτη όλες τις εκδοχές σύνθετης ονομασίας που πρότειναν το 1992-93 οι μεσολαβητές της Ε.Ε. και του ΟΗΕ, όπως «Νέα Μακεδονία» (1.4.92) και «Nova Makedonija» (28.5.93).
Η δεύτερη απορρίφθηκε επίσημα (και) από τον Γκλιγκόροφ, μια μέρα όμως μετά το Μητσοτάκη.
Το ίδιο συνέβη και με τις βολιδοσκοπήσεις σε διμερές επίπεδο. Το Μάρτιο του 1992, κατά τη συνδιάσκεψη «Ελσίνκι-2» της ΔΑΣΕ, ο ΥΠΕΞ της ΠΓΔΜ Μάλεφσκι παρέδωσε σε μέλη της ελληνικής αντιπροσωπείας κατάλογο με πέντε εκδοχές σύνθετης ονομασίας («Μακεδονία του Βαρδάρη», «Βόρεια Μακεδονία» κ.λπ.) παροτρύνοντας σε άμεση από κοινού επίλυση του προβλήματος. Η ελληνική πλευρά απέρριψε το διάβημα με τη δικαιολογία ότι «η στιγμή δεν ήταν κατάλληλη». Τις ίδιες μέρες κλιμακώθηκε η εκστρατεία του (τότε) έλληνα ΥΠΕΞ, Αντώνη Σαμαρά, για αποτροπή οποιουδήποτε συμβιβασμού με το «ψευδοκράτος» - με αποτέλεσμα τον εγκλωβισμό της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στα σημερινά αδιέξοδα.
Μύθος 8ος
Οι εθνικιστικοί κύκλοι της ΠΓΔΜ απειλούν άμεσα την ασφάλεια κι εδαφική ακεραιότητα της Β. Ελλάδας.
Η ύπαρξη εθνικιστών σε οποιαδήποτε χώρα είναι κάτι το αυτονόητο. Εντελώς διαφορετικό ζήτημα είναι η πραγματική επικινδυνότητά τους. Στην περίπτωση της ΠΓΔΜ, πολύς λόγος έγινε το 1991-93 για την αλυτρωτική συνθηματολογία του δεύτερου σε μέγεθος κόμματος της χώρας, του ΒΜΡΟ. Στην πραγματικότητα, όπως αποκαλύφθηκε αργότερα από τον τοπικό τύπο, η ηγεσία του ΒΜΡΟ ήδη από το 1992 βρισκόταν σε επαφή με τις ελληνικές μυστικές υπηρεσίες -και συγκεκριμένα με τον ειδικό απεσταλμένο του Μητσοτάκη, στρατηγό Γρυλλάκη («Ιός» 22.12.2001).
Οταν το 1998 το ΒΜΡΟ ανέλαβε τη διακυβέρνηση της ΠΓΔΜ, ακολούθησε έτσι πιο «ενδοτική» πολιτική απ' ό,τι οι προκάτοχοί του (ξεπούλημα στρατηγικών βιομηχανιών στο ελληνικό κεφάλαιο, κ.λπ.). Σύμφωνα με το «Βήμα» (3.6.2001), σύμβουλος του «εθνικιστή» πρωθυπουργού Γκεοργκίεφσκι «στις διαβουλεύσεις με την Αθήνα για την ονομασία» δεν ήταν άλλος από το Σταμάτη Μαλέλη -τον ίδιο άνθρωπο που, ως υπάλληλος του ελληνικού προξενείου, είχε ξεκινήσει το 1992 τις επαφές Γρυλλάκη-ΒΜΡΟ!
Απομένει το ζήτημα των εθνικιστικών αναφορών σε σχολικά βιβλία της ΠΓΔΜ. Κάποιες είναι όντως αλυτρωτικές, ενώ άλλες απλώς διαφέρουν από τη δική μας εικόνα για την ιστορία της περιοχής. Για την αντιμετώπιση του προβλήματος, που έχει ευρύτερες βαλκανικές διαστάσεις, υπάρχουν διακρατικές επιτροπές επιφορτισμένες με την αμοιβαία εκκαθάριση των σχολικών βιβλίων από κηρύγματα μίσους και σοβινιστικές υπερβολές.
Προϋπόθεση της δουλειάς τους συνιστά, ωστόσο, η απουσία έντασης μεταξύ των ενδιαφερόμενων χωρών.
Μύθος 9ος
Στην επικράτεια της ΠΓΔΜ ζει μια ευμεγέθης ελληνική μειονότητα.
Πρόκειται για ανυπόστατη κατασκευή που δεν στηρίζεται σε κανένα πραγματικό δεδομένο. Το αρχικό έναυσμα δόθηκε από μια σφυγμομέτρηση του περιοδικού «PULS» (1991) κατά την οποία, σε περίπτωση διάλυσης της ΠΓΔΜ, ένα 10,88 % των ερωτηθέντων θα προτιμούσε να ζήσει στην Ελλάδα κι όχι σε κάποια άλλη γειτονική χώρα -προτίμηση που από ελληνικά ΜΜΕ (και το Α2 του ΓΕΣ) ερμηνεύθηκε σαν εκδήλωση ελληνικής εθνικής συνείδησης!
Ακολούθησε η πανηγυρική υποδοχή της προκήρυξης μιας «Οργάνωσης Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας» (19.2.93), που σύντομα αποδείχθηκε κατασκεύασμα του εγχώριου «Στόχου». Οπως επισημαίνει και ο Κωφός, η όλη παραφιλολογία (στην οποία μετείχε ακόμη και η υφυπουργός Εξωτερικών Βιργινία Τσουδερού, ανεβάζοντας μάλιστα το ποσοστό της «ελληνικής μειονότητας» σε 18,6) «ενίσχυε την εντύπωση σε τρίτους ότι η Ελλάδα αναζητεί ή κατασκευάζει ερείσματα για επέμβαση στη γειτονική χώρα».
Μύθος 10ος
Η στάση της Αθήνας απέναντι στα Σκόπια υπήρξε σταθερά ενδοτική και καθόλου απειλητική.
Στην πραγματικότητα, ο ελληνικός εθνικισμός φλέρταρε σοβαρά με την ιδέα της διάλυσης του «ψευδοκράτους». Εκτός από χιλιάδες διαδηλωτές που πλημμύρισαν τους δρόμους της Αθήνας ζητώντας «σπάσιμο των συνόρων» και «σύνορα με τη Σερβία» (10.12.92), τη «στρατιωτική πίεση» και το διαμελισμό της ΠΓΔΜ υποστήριξαν επίσης δημόσια προσωπικότητες όπως ο Στέλιος Παπαθεμελής, ο Χρύσανθος Λαζαρίδης, ο Κων/νος Βακαλόπουλος, ο Σαράντος Καργάκος, ο Χρήστος Πασσαλάρης ή ο τέως πρόεδρος Χρήστος Σαρτζετάκης. Στον αθηναϊκό τύπο δημοσιεύθηκαν σενάρια προέλασης του ελληνικού στρατού στο έδαφος της ΠΓΔΜ («Βήμα» 15.12.91 και 31.5.92), ακόμη και χάρτης με τις προτάσεις του ΓΕΕΘΑ για τα νέα σύνορα της Ελλάδας («Εθνος» 7.12.92).
Σ' ένα άλλο επίπεδο, ο ΥΠΕΞ Σαμαράς βάσισε μεγάλο μέρος της στρατηγικής του στην προοπτική αποσύνθεσης και κατάρρευσης του «κρατιδίου» (χάρη και στο πρώτο άτυπο ελληνικό εμπάργκο του 1992), ενώ γνωστές είναι οι διαβουλεύσεις με τους Μιλόσεβιτς και Ντράσκοβιτς για ελληνοσερβική «μοιρασιά» της ΠΓΔΜ.
Τέλος, διαφορετικής τάξης σχεδιασμοί για την «προληπτική» κατάληψη μιας «υγειονομικής ζώνης» εντός της ΠΓΔΜ σε περίπτωση επέκτασης των εκεί διακοινοτικών ταραχών συζητήθηκαν επίσημα στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής τον Αύγουστο του 2001.
Οι διαμορφωτές της εθνικής γνώμης
Μια σχεδόν ξεχασμένη πτυχή της εθνικιστικής υστερίας του 1991-94 αφορά την πολιτική ταυτότητα των «ειδημόνων» που ανέλαβαν να διαφωτίσουν εν μία νυκτί την εγχώρια κοινή γνώμη για την προϊστορία, τη φύση και τις πραγματικές διαστάσεις ενός ζητήματος που μέχρι τότε εθεωρείτο «ανύπαρκτο» από το επίσημο κράτος και τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του.
Την κάλυψη του πολιτικού, ιδεολογικού και βιβλιογραφικού κενού που παρήγαγε η διατεταγμένη κρατική σιωπή (αλλά και η αδιαφορία της τότε αριστεράς και προοδευτικής διανόησης για παρόμοια ζητήματα) ανέλαβαν να καλύψουν οι εκπρόσωποι κι οργανικοί διανοούμενοι της μετεμφυλιακής και χουντικής εθνικοφροσύνης που μετά τη Μεταπολίτευση του 1974 είχαν μπει στο περιθώριο.
*Συντάκτης της ιδρυτικής διακήρυξης (17.1.92) της «Επιτροπής Μακεδόνων» που οργάνωσε το πρώτο εθνικιστικό συλλαλητήριο (Θεσσαλονίκη 14.2.92), δίνοντας τον τόνο και αποκρυσταλλώνοντας την επιχειρηματολογία της «λαϊκής διπλωματίας» της περιόδου, ήταν ο Νικόλαος Μέρτζος, συγγραφέας του βιβλίου «Εμείς οι Μακεδόνες» (Αθήνα 1986), σύμβουλος του Μητσοτάκη για τα «εθνικά ζητήματα» αλλά και αντιπρόεδρος επί χούντας της (διορισμένης από τον Παπαδόπουλο) «Συμβουλευτικής».
*Συγγραφέας του best seller «Οι Ελληνες Σλαβόφωνοι της Μακεδονίας» (Αθήνα 1991), ο Ιωάννης Χολέβας υπήρξε γενικός γραμματέας του υπουργείου Β. Ελλάδος επί ΕΡΕ αλλά και υπουργός Ναυτιλίας επί χούντας.
*Συμπληρωματικό ρόλο έπαιξαν «Η συνωμοσία κατά της Μακεδονίας» (Αθήνα 1987) του κατοχικού νομάρχη Τρικάλων και χουντικού υφυπουργού Εσωτερικών Θεόδωρου Σαράντη και το κλασικό μετεμφυλιακό εγχειρίδιο του Γεωργίου Λεβέντη «Η εναντίον της Μακεδονίας βουλγαροκομμουνιστική επιβουλή» (Αθήνα 1963 και 1966).
*Για πιο σκληρά γούστα, ανακαλύφθηκε ξανά ο «φίρερ» της 4ης Αυγούστου, Κώστας Πλεύρης. Τρεις μέρες πριν από το συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης, κλήθηκε να διαφωτίσει για το Μακεδονικό τους μαθητές του 4ου Γυμνασίου Χαλανδρίου. Σύμφωνα με το δελτίο ειδήσεων του Tele-City, γύριζε τότε «από σχολείου εις σχολείον, μπας και ξυπνήσουμε τον εθνικό μας οίστρο» («Ε» 12.2.92).
*Η δραστηριότητά του αυτή δεν έμεινε απαρατήρητη από τους υπόλοιπους λάτρεις της εθνικής αφύπνισης. Αρθρο της «Καθημερινής» διαφημίζει π.χ. τον «καθηγητή» Πλεύρη σαν «διαπρεπή αναλυτή, σπουδαίο πνευματικό άνθρωπο, ιστορικό, φιλόλογο και νομικό», που «παρουσιάζει κατά τρόπο μοναδικό τις αξίες της αρχαιοελληνικής μας κληρονομιάς, τον κλασικό μας πλούτο, τις μεγάλες μορφές της Φιλοσοφίας, της Τέχνης και της πολιτικής των προχριστιανικών χρόνων, με ιδιαίτερη πάντα αναφορά στους Ελληνες Μακεδόνες Φίλιππο, Αριστοτέλη και Μέγα Αλέξανδρο» (16.2.92).
Σαφώς πιο απειλητική για την ελευθερία του λόγου, αλλά κι ενδεικτική του κλίματος των ημερών, ήταν η επιστράτευση του ίδιου «φίρερ» από τον εισαγγελέα ως βασικού μάρτυρα κατηγορίας σε μία από τις βασικές διώξεις αντιφρονούντων της εποχής. Αντικείμενο της δίωξης ήταν το βιβλίο της Οργάνωσης Σοσιαλιστική Επανάσταση «Η κρίση στα Βαλκάνια, το Μακεδονικό και η εργατική τάξη» και η κατηγορία αφορούσε τα εμφυλιοπολεμικά αδικήματα της «διασποράς ψευδών ειδήσεων», της «πρόκλησης πολιτών σε διχόνοια» και της «διατάραξης των σχέσεων της χώρας με φιλικά κράτη». Ο Πλεύρης κλήθηκε να καταθέσει με την ιδιότητα του «ειδήμονος περί τα εθνικά θέματα» και, φυσικά, έσπευσε να στηρίξει την κατηγορία.
*Μια άλλη ακροδεξιά παρέα, η «Εθνική Σταυροφορία» (με αρχηγό έναν ιδιοκτήτη πορνομάγαζου καταδικασμένο για μαστροπεία), συνέβαλε κι αυτή στις διώξεις των αντιφρονούντων, «τεκμηριώνοντας» με τις επιδρομές της την «πρόκληση διχόνοιας» που (υποτίθεται ότι) προκαλούσε η δημόσια διαφωνία με την υστερία.
Αποτέλεσμα όλης αυτής της ζύμωσης ήταν να χαθεί πλήρως ο έλεγχος της κατάστασης, ακόμη κι από τους αρχικούς εμπνευστές της όλης καμπάνιας. Οταν στις αρχές του 1993 ο Μέρτζος αρθρογράφησε πρώτη φορά υπέρ μιας συμβιβαστικής λύσης στο ζήτημα του ονόματος, εισέπραξε τη γενική κατακραυγή. Το τζίνι είχε βγει απ' το μπουκάλι και θα περνούσε καιρός μέχρι να τιθασευτεί.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ
Athena Skoulariki
«Au nom de la nation. Le discours publique en Greece sur la question macedonienne et le role des medias (1991-1995)» (αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Universite Paris ΙΙ, Μάρτιος 2005).
Εξαιρετική ανατομία του δημόσιου λόγου κατά τη διάρκεια της πρόσφατης κρίσης για το «Σκοπιανό».
Evangelos Kofos
«Greece's Macedonian Adventure: the Controversy over FYROM's Independence and Recognition» (στο συλλογικό «Greece and the New Balkans», Ν. Υόρκη 1999, εκδ. Pella).
Εντονα κριτικός απολογισμός της κρίσης του 1991-95 από τον μέχρι τότε εμπειρογνώμονα του ΥΠΕΞ για το Μακεδονικό.
Τάσος Κωστόπουλος
«Η απαγορευμένη γλώσσα. Κρατική καταστολή των σλαβικών διαλέκτων στην ελληνική Μακεδονία» (Αθήνα 2000, εκδ. «Μαύρη Λίστα»).
Περιγραφή της εσωτερικής διάστασης του Μακεδονικού, με βάση δεκάδες ντοκουμέντα διπλωματικών και άλλων υπηρεσιών.
Γιάννης Βαληνάκης - Σωτήρης Ντάλης
«Το ζήτημα των Σκοπίων. Επίσημα κείμενα 1990-1996» (Αθήνα 1996, εκδ. «Ι. Σιδέρης»).
Τα βασικά επίσημα ντοκουμέντα της διαμάχης. Ειδικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η παρωχημένη ψυχροπολεμική επιχειρηματολογία του ελληνικού μνημονίου στον ΟΗΕ (25.1.93) και σχετικής εγκυκλίου του ΥΠΕΞ (7.3.94).
Θεόδωρος Σκυλακάκης
«Στο όνομα της Μακεδονίας» (Αθήνα 1995, εκδ. «Ελληνική Ευρωεκδοτική»).
Η εκδοχή Μητσοτάκη για το «Σκοπιανό».
Αλέξανδρος Τάρκας
«Αθήνα-Σκόπια. Πίσω από τις κλειστές πόρτες» (Αθήνα 1995, εκδ. «Λαβύρινθος»).
Η εκδοχή Σαμαρά για το ίδιο θέμα.
Μιχ. Παπακωνσταντίνου
«Το ημερολόγιο ενός πολιτικού. Η εμπλοκή των Σκοπίων» (Αθήνα 1994, εκδ. «Εστία»).
Αυτοβιογραφική εξιστόρηση από το διάδοχο του Σαμαρά στο ΥΠΕΞ.
ΙΟΣ (Ελευθεροτυπία, 23/10/2005)
Με αφορμή τις προτάσεις Νίμιτς και την εκκρεμή εξέταση του αιτήματος εισδοχής της ΠΓΔΜ στην Ε.Ε., οι ατυχήσαντες μακεδονομάχοι της περασμένης δεκαετίας ξανασηκώνουν κεφάλι, επιδιώκοντας να ξαναγίνουν ρυθμιστές της εξωτερικής πολιτικής. Επιστέγασμα της διαφαινόμενης στροφής αποτελούν οι νύξεις (ή διπλωματικές απειλές) για δημοψήφισμα, όπου ο ελληνικός λαός θα αποφανθεί για το όνομα και την ευρωπαϊκή προοπτική των γειτόνων μας.
Αφήνοντας κατά μέρος την προβληματική δημοκρατικότητα μιας τέτοιας ενέργειας, αναρωτιέται κανείς με ποια κριτήρια θα κληθεί ο ελληνικός λαός να κρίνει υπέρ ή κατά της όποιας προτεινόμενης λύσης.
Με δεδομένο το μοντέλο των τηλεοπτικών παραθύρων, που αποκλείει οποιαδήποτε ψύχραιμη κι εποικοδομητική ανταλλαγή απόψεων για τα λεγόμενα «εθνικά θέματα», το πιθανότερο είναι να κληθούμε απλώς να επικυρώσουμε τα στερεότυπα που επιβλήθηκαν πριν από μία δεκαετία σε συνθήκες εθνικιστικής υστερίας, πατριδοκάπηλης μικροκομματικής πλειοδοσίας, κατευθυνόμενης πληροφόρησης και δικαστικών διώξεων των αντιφρονούντων. Στερεότυπα που ποτέ δεν συζητήθηκαν σοβαρά (έξω από τους κύκλους των επαγγελματιών επιστημόνων) και ως εκ τούτου εξακολουθούν ν' αποτελούν «κτήμα» (και να καθορίζουν τις επιλογές) της κοινής γνώμης.
Γιατί η ουσία του «Σκοπιανού» είναι ακριβώς αυτή: η εικόνα που διαμορφώθηκε γι' αυτό στην ελληνική κοινωνία, σφυρηλατημένη το 1991-92 με μεθόδους «Εθνικής Ηθικής Διαπαιδαγώγησης», στηρίζεται σε «ανιστόρητα στερεότυπα» κι «ένα μείγμα από παραχαραγμένα ιστορικά στοιχεία και μισές αλήθειες», όπως διαπιστώνει ο επίσημος κρατικός μακεδονολόγος, Ευάγγελος Κωφός. Με αποτέλεσμα το μπλοκάρισμα οποιασδήποτε πραγματιστικής πολιτικής ή ακόμα και τη διεθνή γελοιοποίηση.
Ας δούμε όμως από κοντά τα βασικά συστατικά στοιχεία αυτής της πρόσφατης «εθνικής μας τύφλωσης».
Μύθος 1ος
Η ονομασία «Μακεδόνες» των βορείων γειτόνων μας πρωτοεμφανίζεται το 1943-44 και αποτελεί κατασκεύασμα του Τίτο.
Στην πραγματικότητα η επίμαχη ονομασία χρησιμοποιείται ήδη από τα μέσα του ΙΘ' αι., όταν πρώτη φορά ετέθη δημόσια το ζήτημα του εθνικού χαρακτήρα των σλαβόφωνων χριστιανών της ευρύτερης Μακεδονίας. Οι τελευταίοι δηλώνουν «Μακεδόνες» την ίδια στιγμή που διαπραγματεύονται την υποστήριξή τους στην ελληνική, βουλγαρική ή σερβική εθνική ιδέα.
Τυπικό δείγμα, το κήρυγμα του (πρώην κομιτατζή και εν συνεχεία μακεδονομάχου) καπετάν Κώττα προς τους προεστούς των Κορεστίων, όπως καταγράφηκε από τον αυτόπτη Παύλο Μελά: «Ημείς οι Μακεδόνες διά ν' αποκτήσωμεν ελευθερίαν έχομεν δύο δρόμους ν' ακολουθήσωμεν. Ο ένας πηγαίνει εις την Βουλγαρίαν, ο άλλος πηγαίνει εις την Ελλάδα» (Ναταλία Μελά, «Παύλος Μελάς», Αθήνα 1964, σ. 242). Καθώς η παραπάνω ομιλία έγινε στη γλώσσα που ο ίδιος ο Μελάς αποκαλεί «μακεδονικά», οι κατά Κώτταν «Μακεδόνες» αυτοαποκαλούνταν -προφανώς- «Μακεντόντσι».
Δεν πρόκειται για τη μοναδική καταγραφή του είδους. Κατά την είσοδό τους στις ΗΠΑ, την πρώτη δεκαετία του 20ού αι., πολλοί σλαβόφωνοι μετανάστες απαντούν στο ερώτημα ποια είναι η «φυλή» ή ο «λαός» τους με τη λέξη «Μακεδόνας». Οι σχετικές καταχωρήσεις είναι ηλεκτρονικά προσπελάσιμες, στην πρωτότυπη μορφή τους, στην ιστοσελίδα του Ελις Αϊλαντ.
Ενδιαφέρουσα είναι η προβολή αυτού του αυτοπροσδιορισμού από την ελληνική προπαγάνδα της εποχής, που από τη «μακεδονικότητα» των σλαβοφώνων έσπευδε να συναγάγει την «ελληνικότητά» τους. «Και αυταί αι παραδόσεις των βουλγαροφώνων Ελλήνων εισίν ελληνικαί, ως και το παρ' αυτοίς αίσθημα της εθνότητος, διότι αυτοί εαυτούς Μακεδόνας ονομάζουσιν, ουδέποτε δε χρώνται τη λέξει Βούλγαρος» διαβάζουμε, π.χ. στον εθνογραφικό χάρτη του Στάνφορντ (1877), που είχε συνταχθεί από τον έλληνα διπλωμάτη Ιωάννη Γεννάδιο. Τρεις δεκαετίες αργότερα, ο Δημήτριος Φιλιππίδης τονίζει κι αυτός ότι «οι χριστιανοί κάτοικοι, άνευ διακρίσεως οι τε Ελληνες και οι σχισματικοί, ονομάζουσιν εαυτούς υπό το γενικόν όνομα "Μακεδόνας"» («Η Μακεδονία», Εν Αθήναις 1906, σ. 30).
Το 1905, τέλος, ο επίσημος χαρτογράφος του ελληνικού μηχανισμού λοχαγός Πάτροκλος Κοντογιάννης, εισηγείται υπηρεσιακά την ενιαία χρήση του όρου «Μακεδόνες» για τους σλαβόφωνους χριστιανούς της ευρύτερης περιοχής, αναφερόμενος σε «Μακεδόνας ελληνίζοντας» και «Μακεδόνας βουλγαρίζοντας» και υποστηρίζοντας ότι «η εθνότης είναι η αυτή και εις τας δύο ταύτας κατηγορίας, ήτοι η Μακεδονική» (βλ. «Ιός» 5.6.05).
Η τάση διακριτού αυτοπροσδιορισμού ενισχύθηκε προοδευτικά ως απάντηση στις αιματηρές προσηλυτιστικές εκστρατείες Βουλγάρων, Ελλήνων και Σέρβων. Η πρώτη πανηγυρική διατύπωση της συγκρότησης ενός σύγχρονου, σλαβικού «μακεδονικού έθνους» γίνεται το 1903 από τον (γεννημένο στην Πέλλα των Γιαννιτσών) Κάρστε Μισίρκωφ. Για τις αντίστοιχες αποκρυσταλλώσεις στη βάση των τοπικών κοινωνιών, αποκαλυπτική είναι η διαπίστωση του Στράτη Μυριβήλη το 1917: «Αυτοί εδώ οι χωριάτες», γράφει για τους οικοδεσπότες του στη Βελούσινα, «δε θέλουν νάναι μήτε "Μπουλγκάρ", μήτε "Σρρπ", μήτε "Γκρρτς". Μοναχά "Μακεντόν ορτοντόξ"» («Η ζωή εν τάφω», 1η έκδοση [1924], επανέκδ. Αθήνα 1991, σ. 104-5).
Ολα αυτά, μερικές δεκαετίες τουλάχιστον πριν ο Τίτο κάνει τη δημόσια εμφάνισή του στην πολιτική σκηνή των Βαλκανίων.
Μύθος 2ος
Η εδαφική επικράτεια της ΠΓΔΜ βρίσκεται ως επί το πλείστον εκτός «ιστορικής» Μακεδονίας.
Στην πραγματικότητα, όπως ο ίδιος ο εθνικός μας ιστορικός Κων/νος Παπαρρηγόπουλος επισημαίνει σε υπηρεσιακή έκθεσή του το 1885, ολόκληρη η σημερινή ΠΓΔΜ περιλαμβάνεται στα όρια της αρχαίας Μακεδονίας (επί Φιλίππου). Η πολυδιαφημισμένη διάκριση της μείζονος Μακεδονίας σε «γεωγραφική» και «ιστορική» δεν είναι αντίθετα παρά ένα τέχνασμα του τότε ελληνικού υπ.Εξ., με σκοπό την αυθαίρετη ταύτιση της Μακεδονίας με «το μέρος εκείνο της χώρας ταύτης εις το οποίον ο Ελληνισμός δύναται να παρασταθή επικρατών». Την αποκαλυπτική αυτή έκθεση εντοπίσαμε στα αρχεία του υπ.Εξ. και δημοσιεύσαμε αυτούσια παλιότερα («Ε» 24.2.2001).
Ο Παπαρρηγόπουλος αρνήθηκε να δεχτεί τις σχετικές εισηγήσεις, τονίζοντας πως «επ' ουδεμιάς ιστορικής βάσεως δυνάμεθα να στηρίξωμεν νέαν της Μακεδονίας οριοθέτησιν» και προειδοποιώντας ότι «ουδείς ήθελε αποδεχθή» διεθνώς τον «νέον γεωγραφικόν όρον» που κατασκεύασε η ελληνική πολιτική ηγεσία για τις βορειότερες μακεδονικές περιοχές. Παρ' όλο που τότε δεν ακούστηκε, η Ιστορία έμελλε να τον δικαιώσει: η μετονομασία της Βόρειας Μακεδονίας σε «Δαρδανία» παρέμεινε ένα σόφισμα για εσωτερική κατανάλωση, χωρίς οποιοδήποτε αντίκρισμα στη διεθνή επιστημονική και διπλωματική σκηνή -ούτε καν καθολική αποδοχή από τους εν Ελλάδι μακεδονολογούντες.
Μύθος 3ος
Το πραγματικό ιστορικό όνομα της ΠΓΔΜ είναι «Βαρντάρσκα Μπανοβίνα».
Στην πραγματικότητα, η ονομασία αυτή χρησιμοποιήθηκε απ' το γιουγκοσλαβικό κράτος 12 χρόνια όλα κι όλα (1929-1941) και μάλιστα κάτω από συνθήκες που επιβεβαιώνουν πανηγυρικά τον τεχνητό χαρακτήρα της.
Οταν η στρατιωτική δικτατορία του βασιλιά Αλέξανδρου επιχείρησε το 1929 να εξαλείψει τις εθνότητες της χώρας συγχωνεύοντάς τις σε ένα ενιαίο «γιουγκοσλαβικό» έθνος υπό σερβική ηγεμονία, όλες οι «ιστορικές» περιφέρειες της Γιουγκοσλαβίας αντικαταστάθηκαν από Διοικήσεις («Μπανοβίνες») με τα ονόματα των τοπικών ποταμών. Η αλλαγή παγιώθηκε με το σύνταγμα του 1931 (άρθρο 83) και αντιμετωπίστηκε ειρωνικά από το διεθνή τύπο της εποχής.
Αν πάρουμε στα σοβαρά αυτή τη διοικητική διαίρεση, τότε εκτός από (γιουγκοσλαβική) Μακεδονία δεν υπάρχουν επίσης Σλοβενία (αλλά «Ντράβσκα» Μπανοβίνα), Κροατία («Σάβσκα» και «Πριμόρσκα» Μπανοβίνα), Μαυροβούνιο («Ζέτσκα» Μπανοβίνα), Βοσνία-Ερζεγοβίνη («Ντρίνσκα» και «Βρμπάσκα» Μπανοβίνα), Βοϊβοδίνα («Ντουνάβσκα» Μπανοβίνα) και -φυσικά- ούτε Σερβία («Μοράβσκα» Μπανοβίνα). Η γελοιότητα του όλου επιχειρήματος, που προπαγανδίστηκε κι από επίσημα χείλη (βλ. επιστολή Παπαθεμελή, «Ε» 17.3.01), είναι παραπάνω από προφανής.
Μύθος 4ος
Ονομασία των βορείων γειτόνων μας ως «Μακεδονία» συνεπάγεται αλυτρωτικές βλέψεις εις βάρος της Ελληνικής Μακεδονίας.
Στην πραγματικότητα, οι παλιότερες εδαφικές διεκδικήσεις εις βάρος της ελληνικής Μακεδονίας ουδέποτε στηρίχτηκαν σε «ονοματολογικές» παρανοήσεις. Κεντρικό επιχείρημα της Βουλγαρίας και της τιτοϊκής Γιουγκοσλαβίας (πριν από το 1950) ήταν η συνεχιζόμενη παρουσία μιας συμπαγούς σλαβόγλωσσης μειονότητας σε περιοχές της ελληνικής Μακεδονίας ή τα «ιστορικά δίκαια» που (υποτίθεται ότι) συνεπαγόταν η πληθυσμιακή σύνθεση της περιοχής πριν από τους Βαλκανικούς Πολέμους και την εγκατάσταση των προσφύγων της Μικρασίας.
Ακόμη κι αν η ΠΓΔΜ μετονομαζόταν «Δαρδανία», αυτό δεν θα εξαφάνιζε τις αναφορές των εκεί εθνικιστών σε «αλύτρωτους Δαρδανούς» της Β. Ελλάδας. Στη δε χώρα μας, θα γινόμασταν απλώς μάρτυρες της μετάλλαξης των «σλαβόφωνων Ελλήνων» σε «δαρδανόφωνους».
Της μόδας μέχρι το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο υπήρξε επίσης η «γεωπολιτική» επιχειρηματολογία («δικαίωμα» των εθνών να «αναζητήσουν» καλλιεργήσιμα εδάφη, θαλάσσιες οδούς κ.λπ.). Παρόμοια επιχειρήματα πρόβαλε τότε κι η επίσημη Αθήνα, ζητώντας επέκταση των ελληνικών συνόρων προς βορρά. Σήμερα, τέτοιοι ισχυρισμοί θεωρούνται από το Διεθνές Δίκαιο απαράδεκτοι, ενώ η ύπαρξη και προστασία των κατά τόπους μειονοτήτων έχει πλήρως αποσυνδεθεί από εδαφικές «διευθετήσεις».
Μύθος 5ος
Η (φαντασιακή) σχέση των Σλαβομακεδόνων με τους αρχαίους Μακεδόνες είναι μια ιστορική πλαστογραφία που χαλκεύθηκε από τα Σκόπια στα μεταπολεμικά χρόνια.
Στην πραγματικότητα, η υποτιθέμενη καταγωγή των σλαβόφωνων από τους αρχαίους Μακεδόνες υπήρξε αγαπημένο θέμα της ελληνικής προπαγάνδας, ήδη από τα μέσα του ΙΘ' αι.
Το πιστοποιούν σλαβόγλωσσα έντυπα που οι μακεδονομάχοι μοίραζαν στον τοπικό πληθυσμό, όπως η «Διακήρυξη του Ελληνομακεδονικού Συλλόγου της Αθήνας για τους αδελφούς μας Μακεδόνες» (1905) ή οι υποτιθέμενες «Προφητείες του Μεγαλέξανδρου» (1907). Ανάλογες θεωρίες συναντάμε και σε προφορικά κηρύγματα προς τους σλαβόφωνους χωρικούς (Στ. Ράπτης «Ιστορία του Μακεδονικού Αγώνος», Εν Αθήναις 1910, σ. 168). Πασίγνωστη είναι τέλος η αναγόρευση της σλαβομακεδονικής σε μετεξέλιξη της «ομηρικής» γλώσσας των αρχαίων Μακεδόνων από λογίους της εποχής (Τσιούλκας, Μπουκουβάλας κ.ά.), τα πονήματα των οποίων βρίσκουν μέχρι σήμερα ανταπόκριση σε ελληνικούς εθνικιστικούς κύκλους.
Εξίσου παλιά είναι η οικειοποίηση αυτής της «ιστορικής» επιχειρηματολογίας από τους ίδιους τους σλαβόφωνους Μακεδόνες -είτε αυτοί συντάσσονταν με τον ελληνικό εθνικισμό είτε όχι. Προξενική έκθεση του 1871 καταγράφει το στολισμό του «σλαβοβουλγαρικού» βιβλιοπωλείου των Βιτωλίων με την εικόνα του Μεγαλέξανδρου, ενώ το 1902 κομιτατζήδες κηρύσσουν πως «θέλουν να αναζωώσουν τον Μέγαν Αλέξανδρον» και το κράτος του. Την ίδια χρονιά, σλαβόφωνος πράκτορας του ελληνικού μηχανισμού καυτηριάζει δημόσια τους συμπατριώτες του που «πλανώνται πλάνην μεγάλην φρονούντες ότι είνε δυνατόν να είνε απόγονοι συγχρόνως τε του Μεγάλου Αλεξάνδρου και του Κρούμου» (Γ. Π. Κώνστας, «Ενέργειαι και δολοφονικά όργια του βουλγαρικού κομιτάτου», Εν Αθήναις 1902, σ. ιθ').
Παρά την οφθαλμοφανή αυθαιρεσία του, το όλο «γενεαλογικό» σχήμα έχει συνεπώς τη δική του προϊστορία. Στο κάτω κάτω, τι φταίνε αυτοί αν πήραν τοις μετρητοίς όσα τους κανοναρχούσαν οι «δικοί μας» φωστήρες;
Διαφορετικής τάξης ζήτημα αποτέλεσε η υιοθεσία του «Ηλιου της Βεργίνας» ως εθνικού εμβλήματος της ΠΓΔΜ το 1992. Ευθύς εξαρχής ήταν προφανές πως επρόκειτο για (εσπευσμένη) κατασκευή ενός διαπραγματευτικού χαρτιού προς ανταλλαγή, ενόψει μελλοντικού διακανονισμού. Το αποδεικνύει όχι μόνο η άνετη απεμπόλησή του το 1995, αλλά και η προνοητικότητα της ηγεσίας των Σκοπίων να απεικονίσει έναν διαφορετικό «ήλιο» στα κέρματα που έκοψε το 1993.
Μύθος 6ος
Το ελληνικό κράτος αδιαφόρησε επί μισόν αιώνα για τις κινήσεις των Σκοπίων.
Στην πραγματικότητα, όπως εξηγεί σε απολογιστικό του κείμενο ο επίσημος ιστορικός του Μακεδονικού (κι εμπειρογνώμονας του ΥΠΕΞ επί τρεις τουλάχιστον δεκαετίες), Ευάγγελος Κωφός, «για τη διπλωματική μας Υπηρεσία, το θεωρούμενο από πολλούς ως "ανύπαρκτο θέμα" ήταν ένα πολύ υπαρκτό και ακανθώδες πρόβλημα. Υπήρξαν περίοδοι κατά τις οποίες το 50% των εισερχομένων ημερησίως εγγράφων στο αρμόδιο Βαλκανικό Τμήμα του Υπουργείου αναφέρονταν άμεσα ή έμμεσα στο Μακεδονικό».
Η σχετική παρανόηση οφείλεται στην επιλογή της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας να θεωρεί το θέμα επισήμως «ανύπαρκτο», επιβάλλοντας αυτή τη γραμμή στα ελληνικά ΜΜΕ.
Ο Κων/νος Καραμανλής (ο παλιότερος) δεν είχε π.χ. κανένα πρόβλημα να εξηγήσει το 1980 στο γιουγκοσλάβο ομόλογό του, Μιγιάτοβιτς, πώς υποχρέωσε τον ελληνικό τύπο ν' αποσιωπήσει την απάντηση του γιουγκοσλαβικού ΥΠΕΞ σε ερώτηση «ενός δικού μας ανόητου δημοσιογράφου για το Μακεδονικό» («Αρχείο Καραμανλή», τ. 12ος, σ. 61).
Η αιτία αυτής της διατεταγμένης αυτολογοκρισίας δεν είναι δύσκολο να εντοπιστεί. Χάρη στη (μυστική) ελληνογιουγκοσλαβική «συμφωνία κυρίων» του 1962 για εκατέρωθεν αποχή από οποιαδήποτε δημόσια ανακίνηση του Μακεδονικού, το ελληνικό κράτος μπόρεσε να οργανώσει -χωρίς διεθνείς περιπλοκές- ένα εκτεταμένο πρόγραμμα αφομοίωσης της σλαβόφωνης μειονότητας του βορειοελλαδικού χώρου. Σε αντάλλαγμα αποδέχθηκε de facto την ύπαρξη της Σ. Δ. Μακεδονίας, όπως πιστοποιεί η αναγραφή της ονομασίας σε ΦΕΚ όλων των μεταπολεμικών κυβερνήσεων.
Μύθος 7ος
Η ηγεσία των Σκοπίων υπήρξε σταθερά αδιάλλακτη στο ζήτημα του ονόματος, απορρίπτοντας κάθε συμβιβαστική λύση.
Στην πραγματικότητα, η ελληνική κυβέρνηση φρόντισε να απορρίψει πρώτη όλες τις εκδοχές σύνθετης ονομασίας που πρότειναν το 1992-93 οι μεσολαβητές της Ε.Ε. και του ΟΗΕ, όπως «Νέα Μακεδονία» (1.4.92) και «Nova Makedonija» (28.5.93).
Η δεύτερη απορρίφθηκε επίσημα (και) από τον Γκλιγκόροφ, μια μέρα όμως μετά το Μητσοτάκη.
Το ίδιο συνέβη και με τις βολιδοσκοπήσεις σε διμερές επίπεδο. Το Μάρτιο του 1992, κατά τη συνδιάσκεψη «Ελσίνκι-2» της ΔΑΣΕ, ο ΥΠΕΞ της ΠΓΔΜ Μάλεφσκι παρέδωσε σε μέλη της ελληνικής αντιπροσωπείας κατάλογο με πέντε εκδοχές σύνθετης ονομασίας («Μακεδονία του Βαρδάρη», «Βόρεια Μακεδονία» κ.λπ.) παροτρύνοντας σε άμεση από κοινού επίλυση του προβλήματος. Η ελληνική πλευρά απέρριψε το διάβημα με τη δικαιολογία ότι «η στιγμή δεν ήταν κατάλληλη». Τις ίδιες μέρες κλιμακώθηκε η εκστρατεία του (τότε) έλληνα ΥΠΕΞ, Αντώνη Σαμαρά, για αποτροπή οποιουδήποτε συμβιβασμού με το «ψευδοκράτος» - με αποτέλεσμα τον εγκλωβισμό της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στα σημερινά αδιέξοδα.
Μύθος 8ος
Οι εθνικιστικοί κύκλοι της ΠΓΔΜ απειλούν άμεσα την ασφάλεια κι εδαφική ακεραιότητα της Β. Ελλάδας.
Η ύπαρξη εθνικιστών σε οποιαδήποτε χώρα είναι κάτι το αυτονόητο. Εντελώς διαφορετικό ζήτημα είναι η πραγματική επικινδυνότητά τους. Στην περίπτωση της ΠΓΔΜ, πολύς λόγος έγινε το 1991-93 για την αλυτρωτική συνθηματολογία του δεύτερου σε μέγεθος κόμματος της χώρας, του ΒΜΡΟ. Στην πραγματικότητα, όπως αποκαλύφθηκε αργότερα από τον τοπικό τύπο, η ηγεσία του ΒΜΡΟ ήδη από το 1992 βρισκόταν σε επαφή με τις ελληνικές μυστικές υπηρεσίες -και συγκεκριμένα με τον ειδικό απεσταλμένο του Μητσοτάκη, στρατηγό Γρυλλάκη («Ιός» 22.12.2001).
Οταν το 1998 το ΒΜΡΟ ανέλαβε τη διακυβέρνηση της ΠΓΔΜ, ακολούθησε έτσι πιο «ενδοτική» πολιτική απ' ό,τι οι προκάτοχοί του (ξεπούλημα στρατηγικών βιομηχανιών στο ελληνικό κεφάλαιο, κ.λπ.). Σύμφωνα με το «Βήμα» (3.6.2001), σύμβουλος του «εθνικιστή» πρωθυπουργού Γκεοργκίεφσκι «στις διαβουλεύσεις με την Αθήνα για την ονομασία» δεν ήταν άλλος από το Σταμάτη Μαλέλη -τον ίδιο άνθρωπο που, ως υπάλληλος του ελληνικού προξενείου, είχε ξεκινήσει το 1992 τις επαφές Γρυλλάκη-ΒΜΡΟ!
Απομένει το ζήτημα των εθνικιστικών αναφορών σε σχολικά βιβλία της ΠΓΔΜ. Κάποιες είναι όντως αλυτρωτικές, ενώ άλλες απλώς διαφέρουν από τη δική μας εικόνα για την ιστορία της περιοχής. Για την αντιμετώπιση του προβλήματος, που έχει ευρύτερες βαλκανικές διαστάσεις, υπάρχουν διακρατικές επιτροπές επιφορτισμένες με την αμοιβαία εκκαθάριση των σχολικών βιβλίων από κηρύγματα μίσους και σοβινιστικές υπερβολές.
Προϋπόθεση της δουλειάς τους συνιστά, ωστόσο, η απουσία έντασης μεταξύ των ενδιαφερόμενων χωρών.
Μύθος 9ος
Στην επικράτεια της ΠΓΔΜ ζει μια ευμεγέθης ελληνική μειονότητα.
Πρόκειται για ανυπόστατη κατασκευή που δεν στηρίζεται σε κανένα πραγματικό δεδομένο. Το αρχικό έναυσμα δόθηκε από μια σφυγμομέτρηση του περιοδικού «PULS» (1991) κατά την οποία, σε περίπτωση διάλυσης της ΠΓΔΜ, ένα 10,88 % των ερωτηθέντων θα προτιμούσε να ζήσει στην Ελλάδα κι όχι σε κάποια άλλη γειτονική χώρα -προτίμηση που από ελληνικά ΜΜΕ (και το Α2 του ΓΕΣ) ερμηνεύθηκε σαν εκδήλωση ελληνικής εθνικής συνείδησης!
Ακολούθησε η πανηγυρική υποδοχή της προκήρυξης μιας «Οργάνωσης Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας» (19.2.93), που σύντομα αποδείχθηκε κατασκεύασμα του εγχώριου «Στόχου». Οπως επισημαίνει και ο Κωφός, η όλη παραφιλολογία (στην οποία μετείχε ακόμη και η υφυπουργός Εξωτερικών Βιργινία Τσουδερού, ανεβάζοντας μάλιστα το ποσοστό της «ελληνικής μειονότητας» σε 18,6) «ενίσχυε την εντύπωση σε τρίτους ότι η Ελλάδα αναζητεί ή κατασκευάζει ερείσματα για επέμβαση στη γειτονική χώρα».
Μύθος 10ος
Η στάση της Αθήνας απέναντι στα Σκόπια υπήρξε σταθερά ενδοτική και καθόλου απειλητική.
Στην πραγματικότητα, ο ελληνικός εθνικισμός φλέρταρε σοβαρά με την ιδέα της διάλυσης του «ψευδοκράτους». Εκτός από χιλιάδες διαδηλωτές που πλημμύρισαν τους δρόμους της Αθήνας ζητώντας «σπάσιμο των συνόρων» και «σύνορα με τη Σερβία» (10.12.92), τη «στρατιωτική πίεση» και το διαμελισμό της ΠΓΔΜ υποστήριξαν επίσης δημόσια προσωπικότητες όπως ο Στέλιος Παπαθεμελής, ο Χρύσανθος Λαζαρίδης, ο Κων/νος Βακαλόπουλος, ο Σαράντος Καργάκος, ο Χρήστος Πασσαλάρης ή ο τέως πρόεδρος Χρήστος Σαρτζετάκης. Στον αθηναϊκό τύπο δημοσιεύθηκαν σενάρια προέλασης του ελληνικού στρατού στο έδαφος της ΠΓΔΜ («Βήμα» 15.12.91 και 31.5.92), ακόμη και χάρτης με τις προτάσεις του ΓΕΕΘΑ για τα νέα σύνορα της Ελλάδας («Εθνος» 7.12.92).
Σ' ένα άλλο επίπεδο, ο ΥΠΕΞ Σαμαράς βάσισε μεγάλο μέρος της στρατηγικής του στην προοπτική αποσύνθεσης και κατάρρευσης του «κρατιδίου» (χάρη και στο πρώτο άτυπο ελληνικό εμπάργκο του 1992), ενώ γνωστές είναι οι διαβουλεύσεις με τους Μιλόσεβιτς και Ντράσκοβιτς για ελληνοσερβική «μοιρασιά» της ΠΓΔΜ.
Τέλος, διαφορετικής τάξης σχεδιασμοί για την «προληπτική» κατάληψη μιας «υγειονομικής ζώνης» εντός της ΠΓΔΜ σε περίπτωση επέκτασης των εκεί διακοινοτικών ταραχών συζητήθηκαν επίσημα στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής τον Αύγουστο του 2001.
Οι διαμορφωτές της εθνικής γνώμης
Μια σχεδόν ξεχασμένη πτυχή της εθνικιστικής υστερίας του 1991-94 αφορά την πολιτική ταυτότητα των «ειδημόνων» που ανέλαβαν να διαφωτίσουν εν μία νυκτί την εγχώρια κοινή γνώμη για την προϊστορία, τη φύση και τις πραγματικές διαστάσεις ενός ζητήματος που μέχρι τότε εθεωρείτο «ανύπαρκτο» από το επίσημο κράτος και τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του.
Την κάλυψη του πολιτικού, ιδεολογικού και βιβλιογραφικού κενού που παρήγαγε η διατεταγμένη κρατική σιωπή (αλλά και η αδιαφορία της τότε αριστεράς και προοδευτικής διανόησης για παρόμοια ζητήματα) ανέλαβαν να καλύψουν οι εκπρόσωποι κι οργανικοί διανοούμενοι της μετεμφυλιακής και χουντικής εθνικοφροσύνης που μετά τη Μεταπολίτευση του 1974 είχαν μπει στο περιθώριο.
*Συντάκτης της ιδρυτικής διακήρυξης (17.1.92) της «Επιτροπής Μακεδόνων» που οργάνωσε το πρώτο εθνικιστικό συλλαλητήριο (Θεσσαλονίκη 14.2.92), δίνοντας τον τόνο και αποκρυσταλλώνοντας την επιχειρηματολογία της «λαϊκής διπλωματίας» της περιόδου, ήταν ο Νικόλαος Μέρτζος, συγγραφέας του βιβλίου «Εμείς οι Μακεδόνες» (Αθήνα 1986), σύμβουλος του Μητσοτάκη για τα «εθνικά ζητήματα» αλλά και αντιπρόεδρος επί χούντας της (διορισμένης από τον Παπαδόπουλο) «Συμβουλευτικής».
*Συγγραφέας του best seller «Οι Ελληνες Σλαβόφωνοι της Μακεδονίας» (Αθήνα 1991), ο Ιωάννης Χολέβας υπήρξε γενικός γραμματέας του υπουργείου Β. Ελλάδος επί ΕΡΕ αλλά και υπουργός Ναυτιλίας επί χούντας.
*Συμπληρωματικό ρόλο έπαιξαν «Η συνωμοσία κατά της Μακεδονίας» (Αθήνα 1987) του κατοχικού νομάρχη Τρικάλων και χουντικού υφυπουργού Εσωτερικών Θεόδωρου Σαράντη και το κλασικό μετεμφυλιακό εγχειρίδιο του Γεωργίου Λεβέντη «Η εναντίον της Μακεδονίας βουλγαροκομμουνιστική επιβουλή» (Αθήνα 1963 και 1966).
*Για πιο σκληρά γούστα, ανακαλύφθηκε ξανά ο «φίρερ» της 4ης Αυγούστου, Κώστας Πλεύρης. Τρεις μέρες πριν από το συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης, κλήθηκε να διαφωτίσει για το Μακεδονικό τους μαθητές του 4ου Γυμνασίου Χαλανδρίου. Σύμφωνα με το δελτίο ειδήσεων του Tele-City, γύριζε τότε «από σχολείου εις σχολείον, μπας και ξυπνήσουμε τον εθνικό μας οίστρο» («Ε» 12.2.92).
*Η δραστηριότητά του αυτή δεν έμεινε απαρατήρητη από τους υπόλοιπους λάτρεις της εθνικής αφύπνισης. Αρθρο της «Καθημερινής» διαφημίζει π.χ. τον «καθηγητή» Πλεύρη σαν «διαπρεπή αναλυτή, σπουδαίο πνευματικό άνθρωπο, ιστορικό, φιλόλογο και νομικό», που «παρουσιάζει κατά τρόπο μοναδικό τις αξίες της αρχαιοελληνικής μας κληρονομιάς, τον κλασικό μας πλούτο, τις μεγάλες μορφές της Φιλοσοφίας, της Τέχνης και της πολιτικής των προχριστιανικών χρόνων, με ιδιαίτερη πάντα αναφορά στους Ελληνες Μακεδόνες Φίλιππο, Αριστοτέλη και Μέγα Αλέξανδρο» (16.2.92).
Σαφώς πιο απειλητική για την ελευθερία του λόγου, αλλά κι ενδεικτική του κλίματος των ημερών, ήταν η επιστράτευση του ίδιου «φίρερ» από τον εισαγγελέα ως βασικού μάρτυρα κατηγορίας σε μία από τις βασικές διώξεις αντιφρονούντων της εποχής. Αντικείμενο της δίωξης ήταν το βιβλίο της Οργάνωσης Σοσιαλιστική Επανάσταση «Η κρίση στα Βαλκάνια, το Μακεδονικό και η εργατική τάξη» και η κατηγορία αφορούσε τα εμφυλιοπολεμικά αδικήματα της «διασποράς ψευδών ειδήσεων», της «πρόκλησης πολιτών σε διχόνοια» και της «διατάραξης των σχέσεων της χώρας με φιλικά κράτη». Ο Πλεύρης κλήθηκε να καταθέσει με την ιδιότητα του «ειδήμονος περί τα εθνικά θέματα» και, φυσικά, έσπευσε να στηρίξει την κατηγορία.
*Μια άλλη ακροδεξιά παρέα, η «Εθνική Σταυροφορία» (με αρχηγό έναν ιδιοκτήτη πορνομάγαζου καταδικασμένο για μαστροπεία), συνέβαλε κι αυτή στις διώξεις των αντιφρονούντων, «τεκμηριώνοντας» με τις επιδρομές της την «πρόκληση διχόνοιας» που (υποτίθεται ότι) προκαλούσε η δημόσια διαφωνία με την υστερία.
Αποτέλεσμα όλης αυτής της ζύμωσης ήταν να χαθεί πλήρως ο έλεγχος της κατάστασης, ακόμη κι από τους αρχικούς εμπνευστές της όλης καμπάνιας. Οταν στις αρχές του 1993 ο Μέρτζος αρθρογράφησε πρώτη φορά υπέρ μιας συμβιβαστικής λύσης στο ζήτημα του ονόματος, εισέπραξε τη γενική κατακραυγή. Το τζίνι είχε βγει απ' το μπουκάλι και θα περνούσε καιρός μέχρι να τιθασευτεί.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ
Athena Skoulariki
«Au nom de la nation. Le discours publique en Greece sur la question macedonienne et le role des medias (1991-1995)» (αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Universite Paris ΙΙ, Μάρτιος 2005).
Εξαιρετική ανατομία του δημόσιου λόγου κατά τη διάρκεια της πρόσφατης κρίσης για το «Σκοπιανό».
Evangelos Kofos
«Greece's Macedonian Adventure: the Controversy over FYROM's Independence and Recognition» (στο συλλογικό «Greece and the New Balkans», Ν. Υόρκη 1999, εκδ. Pella).
Εντονα κριτικός απολογισμός της κρίσης του 1991-95 από τον μέχρι τότε εμπειρογνώμονα του ΥΠΕΞ για το Μακεδονικό.
Τάσος Κωστόπουλος
«Η απαγορευμένη γλώσσα. Κρατική καταστολή των σλαβικών διαλέκτων στην ελληνική Μακεδονία» (Αθήνα 2000, εκδ. «Μαύρη Λίστα»).
Περιγραφή της εσωτερικής διάστασης του Μακεδονικού, με βάση δεκάδες ντοκουμέντα διπλωματικών και άλλων υπηρεσιών.
Γιάννης Βαληνάκης - Σωτήρης Ντάλης
«Το ζήτημα των Σκοπίων. Επίσημα κείμενα 1990-1996» (Αθήνα 1996, εκδ. «Ι. Σιδέρης»).
Τα βασικά επίσημα ντοκουμέντα της διαμάχης. Ειδικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η παρωχημένη ψυχροπολεμική επιχειρηματολογία του ελληνικού μνημονίου στον ΟΗΕ (25.1.93) και σχετικής εγκυκλίου του ΥΠΕΞ (7.3.94).
Θεόδωρος Σκυλακάκης
«Στο όνομα της Μακεδονίας» (Αθήνα 1995, εκδ. «Ελληνική Ευρωεκδοτική»).
Η εκδοχή Μητσοτάκη για το «Σκοπιανό».
Αλέξανδρος Τάρκας
«Αθήνα-Σκόπια. Πίσω από τις κλειστές πόρτες» (Αθήνα 1995, εκδ. «Λαβύρινθος»).
Η εκδοχή Σαμαρά για το ίδιο θέμα.
Μιχ. Παπακωνσταντίνου
«Το ημερολόγιο ενός πολιτικού. Η εμπλοκή των Σκοπίων» (Αθήνα 1994, εκδ. «Εστία»).
Αυτοβιογραφική εξιστόρηση από το διάδοχο του Σαμαρά στο ΥΠΕΞ.




