Αντώνης Αγγελούλης (Βρατσάνος), ο θρυλικός αρχιμπουρλοτιέρης του ΕΛΑΣ, διοικητής της Ταξιαρχίας Σαμποτέρ του ΔΣΕ
Με τη στρατιωτική του καθοδήγηση και δράση έγινε φόβος και τρόμος για τους γερμανούς καταχτητές στην περιοχή του Ολύμπου και, στη συνέχεια, για τον καθοδηγούμενο από τους αμερικανούς ιμπεριαλιστές κυβερνητικό στρατό στις κορφές του Γράμμου και του Βίτσι. Με την αταλάντευτη πορεία ως το τέλος της ζωής του, μένοντας πιστός στις αρχές και στα ιδανικά για τα οποία δεν δίστασε ποτέ να αναμετρηθεί με τον θάνατο, πέρασε στο πάνθεον των ηρώων του λαϊκού επαναστατικού κινήματος που έμειναν για πάντα ήρωες στη λαϊκή συνείδηση και μνήμη.
Ο Αντώνης Αγγελούλης, ο θρυλικός Βρατσάνος, γεννήθηκε στη Λάρισα το 1919. Την πρώτη του επαφή με τα εκρηκτικά και τις ανατινάξεις την απόχτησε σε πολύ νεαρή ηλικία δουλεύοντας δίπλα στον πατέρα του στα φουρνέλα στο άνοιγμα δρόμων.
Στο αλβανικό μέτωπο πολέμησε γενναία τους Ιταλούς και Γερμανούς εισβολείς, συμμετέχοντας σε σαμποταριστικές ενέργειες ως έφεδρος ανθυπολοχαγός του Μηχανικού – δυναμιτιστής καταστροφών.
Με την κατάρρευση του μετώπου περνάει στις γραμμές της ΕΑΜικής Αντίστασης, εντάσσεται στον ΕΛΑΣ και γίνεται μέλος του ΚΚΕ. Στον ΕΛΑΣ αποχτά το ψευδώνυμο Βρατσάνος που στην πορεία θα το τιμήσει με σαμποταριστικές επιχειρήσεις που χαρακτηρίζονταν από βαθιά γνώση, σχεδιασμό, πονηριά, εφευρετικότητα και απαράμιλλο ηρωισμό στην εκτέλεσή τους που προκάλεσαν τεράστιες απώλειες και προβλήματα στον εχθρό. Επιχειρήσεις που οι εκρήξεις τους «ακούστηκαν» μέχρι την Ευρώπη, με την αποτελεσματικότητά τους επηρέασαν την τροπή του πολέμου και ανάγκασαν τους στρατηγούς εχθρών και συμμάχων να αναγνωρίσουν και να αντιμετωπίσουν με θαυμασμό και σεβασμό τους μπουρλοτιέρηδες του ΕΛΑΣ και τον καπετάνιο τους.
Κορυφαίο επίτευγμα της αντιστασιακής σαμποταριστικής δράσης του Αντώνη Βρατσάνου είναι η υπό την καθοδήγησή του ανατίναξη από το Τάγμα Μηχανικού, της «Ταχείας 53» (γερμανικής αμαξοστοιχίας που κατευθυνόταν στο Ανατολικό Μέτωπο), στις 23 Φλεβάρη του 1944. Η στρατηγικής σημασίας επιχείρηση αυτή θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα σαμποτάζ στην Ευρώπη κατά των Γερμανών ναζί. Η αμαξοστοιχία ήταν γεμάτη με Γερμανούς αξιωματικούς και στρατιώτες και η ανατίναξή της στοίχισε στους κατακτητές 450 νεκρούς, μεταξύ των οποίων ένας στρατηγός με το επιτελείο του και 150 αξιωματικοί της Βέρμαχτ. Στην επιχείρηση αυτή ο Βρατσάνος τραυματίζεται σοβαρά από θραύσμα στο κεφάλι και το τραύμα αυτό θα τον ταλαιπωρεί μέχρι το τέλος της ζωής του.
«Για να πραγματοποιηθούν τα σπουδαία αυτά κατορθώματα, έδωσαν τη ζωή τους τριάντα από τα καλύτερα παλικάρια του μηχανικού και τέσσερα του πεζικού. Σαράντα δύο τραυματίστηκαν και πέντε έμειναν σακάτηδες. Πολλοί άλλοι, που ξεπερνούν τους εκατόν πενήντα, βρίσκονται σε κατάσταση προφυματική και πάσχουν από πλευρίτιδες, που τις άρπαξαν σε ολονύχτιες ενέδρες, κάτω από βροχές και χιονοθύελλες, κοντά στις σιδηροδρομικές γραμμές. Σήμερα αργοπεθαίνουν στα χωριά τους, χωρίς καμιά κρατική περίθαλψη και στοργή. Και δε φτάνει αυτό. Τα «εθνικά κομιτάτα», οι σούρληδες, οι εασαδίτες, που γέμισαν την εθνοφυλακή, τους δέρνουν και τους κάνουν λιώμα το κεφάλι στο πεζοδρόμιο με το τακούνι των παπουτσιών τους», θα γράψει το 1944 ο Βρατσάνος στο βιβλίο του «Βροντάει ο Όλυμπος», όπου περιγράφει τη δράση του Τάγματος Μηχανικού Ολύμπου και παράλληλα καταγγέλλει την τρομοκρατία του μεταβαρκιζιανού καθεστώτος και την παραχάραξη της ιστορίας της Αντίστασης από την αντίδραση και τους Άγγλους ιμπεριαλιστές.
Οι Γερμανοί στο Σούλι - Του Κώστα Λιολιούση
Καλοκαίρι του 1943 και οι Γερμανοί φτάνουν από την Πρέβεζα στο Φανάρι,στα καμποχώρια δηλαδή του Αχέροντα ποταμού.Η εμπροσθοφυλακή τους ανηφορίζει από τον Αρχάγγελο,φτάνει στο Μποντάρι,σήμερα Βαλανιδούσα,και στην κορυφή του βουνού ο επικεφαλής συνταγματάρχης,όρθιος πάνω στο τζίπ,σταματάει για ν’ αγναντέψει τον κάμπο της Αχερουσίας που απλωνόταν στα πόδια του.Ο αντάρτης που τον σημάδευε πίσω από τον βράχο είπε μετά ότι ο Γερμανός είχε μια έκφραση θαυμασμού στο πρόσωπό του πριν η σφαίρα τον βρει κατακούτελα.Η εμπροσθοφυλακή σταματάει και ακροβολίζεται,το κύριο σώμα καταφθάνει και ο Γερμανός στρατηγός δίνει την τρομερή διαταγή:
- Δεν γλύτωσε ο συνταγματάρχης όλο το ρωσικό μέτωπο για να τον φάει ένας Έλληνας ρέμπελος,κάψτε όλο το Φανάρι!
Έτσι κάηκαν τα εικοσιτέσσερα χωριά του Φαναριού.Σαν κάψανε το πρώτο,πολλοί Φαναρίσιοι μαζεύτηκαν στο Καστρί, που είναι σαν νησί καταμεσής της Αχερουσίας λίμνης,πιστεύοντας πως οι Γερμανοί δεν θα έμπαιναν μέσα στο βούρκο που μόνο αυτοί ήξεραν να περπατάν.Μόλις όμως είδανε τη Γερμανική φάλαγγα να στρίβει από τα ριζά του βουνού και να μπαίνει στο βάλτο,πήραν στα χέρια ό,τι μπορούσαν από το βιός τους και τρέξαν να σωθούν κατά τα βουνά,ενώ οι όλμοι έσκαγαν ανάμεσά τους.
Εμένα,τριών χρονών τότε,με πήρε στην πλάτη ένας θείος μου εφτά χρονών! Έτσι φτάσαμε στο ορεινό Κουκούλι,απ’ όπου ο πατέρας μου ο δάσκαλος έβλεπε το σχολείο του στο Καστρί να καίγεται κι’ έκλαιγε πιο πολύ τη βιβλιοθήκη του με τα χιλιάδες βιβλία που είχε με τόσο μεράκι μαζέψει όλα τα χρόνια.Άλλοι Φαναρίσιοι πήγαν κατά την Πάργα και την Ανθούσα κι’ οι πιο άτυχοι στην άνυδρη Κορύτιανη,κοντά στο Σούλι,όπου,πίνοντας νερό από ξεροπήγαδα,θερίστηκαν από τον τύφο.
Μέρες ολόκληρες οι Φαναρίσιοι,μέσα στην απόγνωση,έβλεπαν,από τις κορυφογραμμές των γύρω βουνών,ένα ένα τα χωριά τους να γίνονται στάχτη.
Τετρακόσια χρόνια κράταγε το μίσος των Τουρκοτσάμηδων για τους Σουλιώτες και τους Παρασουλιώτες του Φαναριού. Είχαν τώρα την ευκαιρία να εκδικηθούν κι’ έτσι έγιναν ένα με τους Γερμανούς.Μπροστά οι Τουρκοτσάμηδες κι’ από πίσω οι Γερμανοί, να καίνε και να σκοτώνουνε όσους χριστιανούς ήταν στις λίστες των Τουρκοτσάμηδων,τάχα ως αντάρτες του Ζέρβα η του Άρη.Γρήγορα μίλησαν και για τους Σουλιώτες:
- Στο Σούλι, εκεί πάνω στο Σούλι είναι η φωλιά των ανταρτών.Εκεί κρύβονται δύο χιλιάδες αντάρτες!
Έτσι κίνησε ένα τάγμα Γερμανών από το Φανάρι για το Σούλι.Πέρασαν από τη Γλυκή,πήραν το μονοπάτι της Τζαβέλαι- νας,αλλά εκεί στη γέφυρα τού Ντάλα τούς είδε κάποιος απ’ το Τσεκούρι κι’ απ’ τα κρυφά περάσματα έτρεξε και ειδο- ποίησε τους Σουλιώτες.Oι Γερμανοί έπιασαν ένα τσομπάνο εκεί λίγο πιο κάτω από τη Σαμονίβα και άρχισαν να τον δέρνουν αλύπητα για να μαρτυρήσει πού κρύβονται οι αντάρτες.Του κάκου αυτός φώναζε στον Τσάμη διερμηνέα πώς δεν υπάρχουν αντάρτες στο Σούλι,αλλά αυτοί συνέχιζαν μέχρι που λιποθύμησε.Στη θέση αυτή έμεινε το μισό τάγμα με τον συνταγματάρχη και οι υπόλοιποι Γερμανοί, μ’ έναν λοχαγό, ανηφόρησαν με όλες τις προφυλάξεις για το Σούλι.
Η συνέχεια από έναν Σουλιώτη παππού από το Τσαγκάρι:
-Άμα μάθαμαν εμείς ότι φτάνουν οι Γερμανοί,βάλαμαν στούς ντορβάδες μπομπότα και τυρί,πήραμαν κάπες και βελέντζες,κι’ όλοι,άντρες,γυναίκες και παιδιά κρυφτήκαμαν στο λόγγο πίσω απ’ την Κορύλα.Οι γυναίκες με παιδιά πιο μέσα,στα πυκνά,τα μωρά με το στόμα στο βυζί για να μη κλάψουν κι’ ακουστούμε και περιμέναμαν.Φάνηκαν σε λίγο ν’ ανηφορίζουν από τη Σαμονίβα,καμμιά διακοσαριά ήταν,σε γερές γραμμές,τετράδες,βαράγαν τα ποδάρια τους με βήμα στρατιωτικό.Παιδιά αμούστακα ήταν,δεκαέξη-δεκαεφτά χρονών τα κάναμαν.Δεν μας έφτανε το χάλι μας,γελάγαμαν κιόλας.Πώς γένεται να περπατάνε με βήμα πάνω στις πέτρες; Ήρθαν στην πλατεία του σχολείου,πέρασαν στα πηγάδια των καπεταναίων κι’ ύστερα άρχισαν να ψάχνουν σπίτι με σπίτι,πάντοτε με βήμα.
Μπήκαν σε μια αυλή όπου είχε ξωμείνει ένας γάϊδαρος,φαίνεται πρώτη φορά βλέπανε τέτοιο ζουλάπι,το ζυγώσανε,τρώει ένας Γερμανός μια γερή κλωτσιά.Παιδιά ήταν,άρχισαν κι’ αυτοί να κλωτσάνε το γάϊδαρο,κλώτσαγε κι’ αυτός με τα δυο του ποδάρια,γέλια και γκαρίσματα,μας έπιασαν κι’ εμάς τα γέλια.Ο λοχαγός τούς άφηνε,κατάλαβε ότι το χωριό ήταν έρημο,δεν έψαξε για μας,αλλά πήρε δρόμο να ψάχνει τα κηπάρια και τα λιγοστά μας χωραφάκια όπου είχαμαν φυτέψει λίγο ξερικό καλαμπόκι,ξέρεις,από κείνο μια σταλιά ρόκα,με πέντε σπυριά η καθεμιά.
Άνοιξε μια πέτσινη στρατιωτική τσάντα κι’ έβαλε μέσα κάμποσες ρόκες.Ύστερα μάζεψε τους φαντάρους με τη σφυρίχ- τρα,τούς έβαλε πάλι στη γραμμή και κραπ κραπ κραπ κατηφόρισαν για τη Σαμονίβα.Ο λοχαγός άνοιξε τη σάκα κι’ έδειξε στον συνταγματάρχη τα καλαμπόκια.Κούνησε το κεφάλι του αυτός,αυτά τρώνε δυο χιλιάδες αντάρτες στο Σούλι γέλασε, πάμε πίσω.Έτσι έφυγαν,αφού λευτέρωσαν και τον τσομπάνο που ήρθε και μας τα είπε.Και δεν ξαναπάτησαν στο Σούλι μέχρι που τελείωσε ο πόλεμος.
Κι αυτό: Το χειμώνα του 1943 έπεσε στο Σούλι μεγάλη πείνα.Τότε οι Σουλιώτες οργάνωσαν μεγάλη καταδρομική επιχείρηση για την εξασφάλιση τροφίμων.Άφησαν τα μικρά παιδιά με τους γέρους και όλοι οι άλλοι,άντρες και γυναίκες, ξεχύθηκαν νύχτα στο Γαρδίκι της Παραμυθιάς.Οι γυναίκες άρχισαν να κλέβουν από τις αποθήκες Τούρκων (Τσάμηδων) και Γερμανών ότι έβρισκαν,μπήκαν στις στάνες και τότε χιλιάδες πρόβατα,γίδια και γελάδια πήραν ανηφόρα κατά το Σούλι μ΄ όλες τις γυναίκες από πίσω τους.Άρχισε άγριο τουφεκίδι ανάμεσα στους Τούρκους (Τσάμηδες) και τους Σουλιώ- τες,ήρθαν γρήγορα κι οι Γερμανοί από την Παραμυθιά και μέσα στο μεγάλο χαλασμό ακούστηκε από το μπαλκόνι του η σαρκαστική φωνή του Τούρκου Αγά να φωνάζει «τόφαε το πείνα το γκρέκι και δεν το πιάνει βόλι».
Σπύρος Μουσελίμης [λαογράφος από την Παραμυθιά]: "Η λάκκα του Μπότσαρη". arvanitika.blogspot.gr
Καλοκαίρι του 1943 και οι Γερμανοί φτάνουν από την Πρέβεζα στο Φανάρι,στα καμποχώρια δηλαδή του Αχέροντα ποταμού.Η εμπροσθοφυλακή τους ανηφορίζει από τον Αρχάγγελο,φτάνει στο Μποντάρι,σήμερα Βαλανιδούσα,και στην κορυφή του βουνού ο επικεφαλής συνταγματάρχης,όρθιος πάνω στο τζίπ,σταματάει για ν’ αγναντέψει τον κάμπο της Αχερουσίας που απλωνόταν στα πόδια του.Ο αντάρτης που τον σημάδευε πίσω από τον βράχο είπε μετά ότι ο Γερμανός είχε μια έκφραση θαυμασμού στο πρόσωπό του πριν η σφαίρα τον βρει κατακούτελα.Η εμπροσθοφυλακή σταματάει και ακροβολίζεται,το κύριο σώμα καταφθάνει και ο Γερμανός στρατηγός δίνει την τρομερή διαταγή:
- Δεν γλύτωσε ο συνταγματάρχης όλο το ρωσικό μέτωπο για να τον φάει ένας Έλληνας ρέμπελος,κάψτε όλο το Φανάρι!
Έτσι κάηκαν τα εικοσιτέσσερα χωριά του Φαναριού.Σαν κάψανε το πρώτο,πολλοί Φαναρίσιοι μαζεύτηκαν στο Καστρί, που είναι σαν νησί καταμεσής της Αχερουσίας λίμνης,πιστεύοντας πως οι Γερμανοί δεν θα έμπαιναν μέσα στο βούρκο που μόνο αυτοί ήξεραν να περπατάν.Μόλις όμως είδανε τη Γερμανική φάλαγγα να στρίβει από τα ριζά του βουνού και να μπαίνει στο βάλτο,πήραν στα χέρια ό,τι μπορούσαν από το βιός τους και τρέξαν να σωθούν κατά τα βουνά,ενώ οι όλμοι έσκαγαν ανάμεσά τους.
Εμένα,τριών χρονών τότε,με πήρε στην πλάτη ένας θείος μου εφτά χρονών! Έτσι φτάσαμε στο ορεινό Κουκούλι,απ’ όπου ο πατέρας μου ο δάσκαλος έβλεπε το σχολείο του στο Καστρί να καίγεται κι’ έκλαιγε πιο πολύ τη βιβλιοθήκη του με τα χιλιάδες βιβλία που είχε με τόσο μεράκι μαζέψει όλα τα χρόνια.Άλλοι Φαναρίσιοι πήγαν κατά την Πάργα και την Ανθούσα κι’ οι πιο άτυχοι στην άνυδρη Κορύτιανη,κοντά στο Σούλι,όπου,πίνοντας νερό από ξεροπήγαδα,θερίστηκαν από τον τύφο.
Μέρες ολόκληρες οι Φαναρίσιοι,μέσα στην απόγνωση,έβλεπαν,από τις κορυφογραμμές των γύρω βουνών,ένα ένα τα χωριά τους να γίνονται στάχτη.
Τετρακόσια χρόνια κράταγε το μίσος των Τουρκοτσάμηδων για τους Σουλιώτες και τους Παρασουλιώτες του Φαναριού. Είχαν τώρα την ευκαιρία να εκδικηθούν κι’ έτσι έγιναν ένα με τους Γερμανούς.Μπροστά οι Τουρκοτσάμηδες κι’ από πίσω οι Γερμανοί, να καίνε και να σκοτώνουνε όσους χριστιανούς ήταν στις λίστες των Τουρκοτσάμηδων,τάχα ως αντάρτες του Ζέρβα η του Άρη.Γρήγορα μίλησαν και για τους Σουλιώτες:
- Στο Σούλι, εκεί πάνω στο Σούλι είναι η φωλιά των ανταρτών.Εκεί κρύβονται δύο χιλιάδες αντάρτες!
Έτσι κίνησε ένα τάγμα Γερμανών από το Φανάρι για το Σούλι.Πέρασαν από τη Γλυκή,πήραν το μονοπάτι της Τζαβέλαι- νας,αλλά εκεί στη γέφυρα τού Ντάλα τούς είδε κάποιος απ’ το Τσεκούρι κι’ απ’ τα κρυφά περάσματα έτρεξε και ειδο- ποίησε τους Σουλιώτες.Oι Γερμανοί έπιασαν ένα τσομπάνο εκεί λίγο πιο κάτω από τη Σαμονίβα και άρχισαν να τον δέρνουν αλύπητα για να μαρτυρήσει πού κρύβονται οι αντάρτες.Του κάκου αυτός φώναζε στον Τσάμη διερμηνέα πώς δεν υπάρχουν αντάρτες στο Σούλι,αλλά αυτοί συνέχιζαν μέχρι που λιποθύμησε.Στη θέση αυτή έμεινε το μισό τάγμα με τον συνταγματάρχη και οι υπόλοιποι Γερμανοί, μ’ έναν λοχαγό, ανηφόρησαν με όλες τις προφυλάξεις για το Σούλι.
Η συνέχεια από έναν Σουλιώτη παππού από το Τσαγκάρι:
-Άμα μάθαμαν εμείς ότι φτάνουν οι Γερμανοί,βάλαμαν στούς ντορβάδες μπομπότα και τυρί,πήραμαν κάπες και βελέντζες,κι’ όλοι,άντρες,γυναίκες και παιδιά κρυφτήκαμαν στο λόγγο πίσω απ’ την Κορύλα.Οι γυναίκες με παιδιά πιο μέσα,στα πυκνά,τα μωρά με το στόμα στο βυζί για να μη κλάψουν κι’ ακουστούμε και περιμέναμαν.Φάνηκαν σε λίγο ν’ ανηφορίζουν από τη Σαμονίβα,καμμιά διακοσαριά ήταν,σε γερές γραμμές,τετράδες,βαράγαν τα ποδάρια τους με βήμα στρατιωτικό.Παιδιά αμούστακα ήταν,δεκαέξη-δεκαεφτά χρονών τα κάναμαν.Δεν μας έφτανε το χάλι μας,γελάγαμαν κιόλας.Πώς γένεται να περπατάνε με βήμα πάνω στις πέτρες; Ήρθαν στην πλατεία του σχολείου,πέρασαν στα πηγάδια των καπεταναίων κι’ ύστερα άρχισαν να ψάχνουν σπίτι με σπίτι,πάντοτε με βήμα.
Μπήκαν σε μια αυλή όπου είχε ξωμείνει ένας γάϊδαρος,φαίνεται πρώτη φορά βλέπανε τέτοιο ζουλάπι,το ζυγώσανε,τρώει ένας Γερμανός μια γερή κλωτσιά.Παιδιά ήταν,άρχισαν κι’ αυτοί να κλωτσάνε το γάϊδαρο,κλώτσαγε κι’ αυτός με τα δυο του ποδάρια,γέλια και γκαρίσματα,μας έπιασαν κι’ εμάς τα γέλια.Ο λοχαγός τούς άφηνε,κατάλαβε ότι το χωριό ήταν έρημο,δεν έψαξε για μας,αλλά πήρε δρόμο να ψάχνει τα κηπάρια και τα λιγοστά μας χωραφάκια όπου είχαμαν φυτέψει λίγο ξερικό καλαμπόκι,ξέρεις,από κείνο μια σταλιά ρόκα,με πέντε σπυριά η καθεμιά.
Άνοιξε μια πέτσινη στρατιωτική τσάντα κι’ έβαλε μέσα κάμποσες ρόκες.Ύστερα μάζεψε τους φαντάρους με τη σφυρίχ- τρα,τούς έβαλε πάλι στη γραμμή και κραπ κραπ κραπ κατηφόρισαν για τη Σαμονίβα.Ο λοχαγός άνοιξε τη σάκα κι’ έδειξε στον συνταγματάρχη τα καλαμπόκια.Κούνησε το κεφάλι του αυτός,αυτά τρώνε δυο χιλιάδες αντάρτες στο Σούλι γέλασε, πάμε πίσω.Έτσι έφυγαν,αφού λευτέρωσαν και τον τσομπάνο που ήρθε και μας τα είπε.Και δεν ξαναπάτησαν στο Σούλι μέχρι που τελείωσε ο πόλεμος.
Κι αυτό: Το χειμώνα του 1943 έπεσε στο Σούλι μεγάλη πείνα.Τότε οι Σουλιώτες οργάνωσαν μεγάλη καταδρομική επιχείρηση για την εξασφάλιση τροφίμων.Άφησαν τα μικρά παιδιά με τους γέρους και όλοι οι άλλοι,άντρες και γυναίκες, ξεχύθηκαν νύχτα στο Γαρδίκι της Παραμυθιάς.Οι γυναίκες άρχισαν να κλέβουν από τις αποθήκες Τούρκων (Τσάμηδων) και Γερμανών ότι έβρισκαν,μπήκαν στις στάνες και τότε χιλιάδες πρόβατα,γίδια και γελάδια πήραν ανηφόρα κατά το Σούλι μ΄ όλες τις γυναίκες από πίσω τους.Άρχισε άγριο τουφεκίδι ανάμεσα στους Τούρκους (Τσάμηδες) και τους Σουλιώ- τες,ήρθαν γρήγορα κι οι Γερμανοί από την Παραμυθιά και μέσα στο μεγάλο χαλασμό ακούστηκε από το μπαλκόνι του η σαρκαστική φωνή του Τούρκου Αγά να φωνάζει «τόφαε το πείνα το γκρέκι και δεν το πιάνει βόλι».
Σπύρος Μουσελίμης [λαογράφος από την Παραμυθιά]: "Η λάκκα του Μπότσαρη". arvanitika.blogspot.gr
Στις 26 του Απρίλη 1937, το απόγευμα, Γερμανοί και Ιταλοί πιλότοι
ισοπεδώνουν την κωμόπολη Guernica στη χώρα των Βάσκων της Ισπανίας
(κόστισε τη ζωή σε 1,650 ανθρώπους και ισοπέδωσε το 70% της πόλης).
Όταν ο Πικάσο πληροφορήθηκε την καταστροφή θέλησε να καταδικάσει το έγκλημα και να διαμαρτυρηθεί με το δικό του τρόπο, ζωγράφισε τον παγκοσμίως γνωστό πίνακα Guernica, ο οποίος περιγράφει την απανθρωπιά, τη βιαιότητα και τη φρίκη του συγκεκριμένου πολέμου, αλλά και όλων των πολέμων.
Οταν οι ναζί κατέλαβαν το Παρίσι στην προσπάθειά τους να βρουν καλλιτεχνικούς θησαυρούς και να τους κατασχέσουν, προσήγαγαν τον Πικάσο και ένας φασίστας αξιωματικός τού έδειξε μια φωτογραφία του πίνακα και τον ρώτησε:
– Αυτόν τον πίνακα εσείς τον κάνατε;
O Πικάσο απάντησε: Οχι, Εσείς!
Όταν ο Πικάσο πληροφορήθηκε την καταστροφή θέλησε να καταδικάσει το έγκλημα και να διαμαρτυρηθεί με το δικό του τρόπο, ζωγράφισε τον παγκοσμίως γνωστό πίνακα Guernica, ο οποίος περιγράφει την απανθρωπιά, τη βιαιότητα και τη φρίκη του συγκεκριμένου πολέμου, αλλά και όλων των πολέμων.
Οταν οι ναζί κατέλαβαν το Παρίσι στην προσπάθειά τους να βρουν καλλιτεχνικούς θησαυρούς και να τους κατασχέσουν, προσήγαγαν τον Πικάσο και ένας φασίστας αξιωματικός τού έδειξε μια φωτογραφία του πίνακα και τον ρώτησε:
– Αυτόν τον πίνακα εσείς τον κάνατε;
O Πικάσο απάντησε: Οχι, Εσείς!
Το γράμμα της Χρυσούλα Σλάβικ, μιας ελληνίδας που έζησε τριάντα χρόνια στην σοσιαλιστική Τσεχοσλοβακία
“Τριαντάχρονη εμπειρία από τη σοσιαλιστική Τσεχοσλοβακία. Θα αρχίσω από το 9τάξιο σχολείο, που πήγα στα τέλη της δεκαετίας του πενήντα. Το μεσημέρι τρώγαμε στο σχολείο πλήρες μεσημεριανό γεύμα, μετά διαβάζαμε τα μαθήματά μας για την επόμενη ημέρα και συμμετείχαμε σε διάφορες δραστηριότητες (τέχνες – αθλητισμός – φυσικό περιβάλλον), ανάλογα με τα προσωπικά μας ενδιαφέροντα, πάντα με την παρουσία και συμβολή εκπαιδευτικού, μέχρι να γυρίσουν οι γονείς μας από τη δουλειά. Ολα αυτά σε καθαρό, ζεστό, υγιεινό και ασφαλές περιβάλλον σχολικών κτηρίων και εγκαταστάσεων με τακτική συντήρηση και άμεσες επισκευές, εάν αυτό ήταν αναγκαίο.
Τα φροντιστήρια υπήρχαν στο σχολείο μόνο για τους αδύναμους μαθητές και βεβαίως δωρεάν. Είχαμε εργαστήριο χημείας και φυσικής, εργαστήριο για διάφορες μικρο-κατασκευές, κήπο για μαθήματα κηπουρικής και μαγειρείο για μαθήματα μαγειρικής. Κάθε σχολείο είχε το δικό του γήπεδο και κλειστό γυμναστήριο με όλα τα όργανα γυμναστικής. Αυτές οι εγκαταστάσεις ανταποκρίνονταν σε πολύ αυστηρές απαιτήσεις και προδιαγραφές για την ασφάλεια της μαθητικής και εκπαιδευτικής κοινότητας και προσέφεραν τις καλύτερες συνθήκες για το εκπαιδευτικό έργο στους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές.
Δύο φορές το μήνα πηγαίναμε να παρακολουθήσουμε θέατρο, συναυλίες σε κάποιο μέγαρο μουσικής ή σε κινηματογράφο, στα πλαίσια της σχολικής μας εκπαίδευσης. Ολα αυτά ήταν πάντα δωρεάν. Παράλληλα, στις αρχές της σχολικής χρονιάς οι καθηγητές της μουσικής, του αθλητισμού και άλλων ειδικοτήτων έκαναν επιλογή ανάλογα με την ιδιαίτερη κλίση του κάθε παιδιού και επέλεγαν τα παιδιά με ιδιαίτερα ταλέντα και τα προωθούσαν, με τη σύμφωνη γνώμη των γονιών τους, για μετασχολική και δωρεάν εξειδίκευση. Στο σχολείο, στα πλαίσια της προληπτικής ιατρικής, δύο φορές το χρόνο μας εξέταζαν οι γιατροί όλων των ειδικοτήτων και μας έκαναν εκεί και τα απαραίτητα εμβόλια. Στα βουνά υπήρχαν δημόσια θεραπευτήρια για υπέρβαρα ή αδύνατα παιδιά όπου πήγαιναν το καλοκαίρι και εκεί για δύο μήνες ακολουθούσαν μια ειδική διατροφική θεραπεία και σωματική άσκηση. Χρήση αυτών των θεραπευτηρίων, για διάφορες παθήσεις και για ανάρρωση, κάνανε και οι εργαζόμενοι και οι συνταξιούχοι. Υπήρχαν και οι λεγόμενες λουτροπόλεις με ιαματικά νερά, με ξενοδοχειακές μονάδες, για τις διάφορες θεραπείες και φυσικοθεραπείες του λαού της Τσεχοσλοβακίας. Αυτή τη φροντίδα απολάμβαναν τα παιδιά σε όλα τα επίπεδα της εκπαιδευτικής και φοιτητικής διαδικασίας.
Παντρεύτηκα όταν ήμουν 21 χρόνων. Εγώ εργαζόμενη και ο άντρας μου δευτεροετής φοιτητής του πολυτεχνείου. Μετά από ένα χρόνο κάναμε το παιδί μας. Πήρα ένα χρόνο άδεια τοκετού με πλήρεις αποδοχές, αργότερα το έκαναν τρία χρόνια, με τα τελευταία δύο χρόνια με αποδοχές 70% του μισθού. Οταν τελείωσε η άδεια, γύρισα στον ίδιο χώρο και την ίδια θέση της εργασίας. Ο άνδρας μου, παντρεμένος φοιτητής και με παιδί, έπαιρνε επίδομα αντίστοιχο του βασικού μισθού ενός εργαζομένου. Μόλις γέννησα, δύο φορές την εβδομάδα ερχότανε μια νοσοκόμα στο σπίτι μας, να ζυγίσει το παιδί και να με βοηθήσει στο θηλασμό, στο μπάνιο και στη φροντίδα του. Γάλα, βρεφικές τροφές και πάνες ήταν δωρεάν. Και οι τρεις μας είχαμε δικαίωμα να τρώμε στις φοιτητικές εστίες, δωρεάν, το μεσημέρι και το βράδυ. Το παιδί μας, μόλις κάναμε την αίτηση, πήγε σε παιδικό σταθμό. Στον παιδικό σταθμό παρείχαν ακόμα και τα ρούχα του παιδιού, τρία γεύματα την ημέρα και φροντίδα από εξειδικευμένο προσωπικό με τακτικές επισκέψεις παιδιάτρου. Σε περίπτωση ασθένειας του παιδιού, η μητέρα έπαιρνε άδεια από την εργασία της 8 ημέρες με πλήρεις αποδοχές και τις υπόλοιπες ημέρες το 80% των αποδοχών. Η προληπτική ιατρική ήταν πολύ αναπτυγμένη. Για όλες τις ειδικότητες. Με επιστολή στο σπίτι, με προγραμματισμένο ραντεβού και με επίπληξη εάν δεν ανταποκρινόσουν στο κάλεσμα. Ειδικά στην περίπτωση των παιδιών.
Το Κράτος μας έδωσε σπίτι που πληρώναμε με επιταγή 8% του μισθού μας. Αυτή η επιταγή κάλυπτε το νοίκι, το ρεύμα, το νερό και φυσικό αέριο. Ολο το εικοσιτετράωρο είχαμε ζεστό νερό και το χειμώνα θέρμανση. Οι εταιρείες και τα εργοστάσια είχαν και αυτά μαγειρεία. Μέσα στο οχτάωρο της εργασίας είχες μισή ώρα για κολατσιό και μια ώρα για το μεσημεριανό σου. Ολες οι εταιρείες και τα εργοστάσια είχαν τα δικά τους εξοχικά καταλύματα στα βουνά, σε χιονοδρομικά κέντρα για τις χειμερινές διακοπές και σε μεγάλες λίμνες και στα ποτάμια για τα καλοκαίρια. Στις άλλες χώρες της πρώην Ανατολικής Ευρώπης που είχαν θάλασσα υπήρχαν ξενοδοχειακές μονάδες όπου κάνανε τις διακοπές τους και εργαζόμενοι της Τσεχοσλοβακίας. Ο εργαζόμενος πλήρωνε μόνο ένα μέρος της διατροφής του και της μεταφοράς του. Τη διαμονή και το υπόλοιπο κόστος κάλυπτε το ασφαλιστικό του ταμείο. Οι γυναίκες δικαιούνταν σύνταξή στα 55 και οι άνδρες στα 60.
Δεν είχαμε όλοι αυτοκίνητα γιατί δεν μας ήταν και τόσο απαραίτητα. Είχαμε πολύ καλές και πυκνές αστικές και υπεραστικές συγκοινωνίες, τραμ, μετρό, τρένα, αεροπλάνα κλπ. Την ημέρα κάθε τρία λεπτά και τη νύχτα τουλάχιστον κάθε μια ώρα υπήρχαν δρομολόγια των αστικών μέσων μεταφοράς. Ποτέ δεν χρειάστηκα ταξί, ήταν μόνο για τους τουρίστες.
Δεν είχα νοιώσει ποτέ το άγχος και την ανασφάλεια, διότι δεν ήξερα, μάλλον δεν ξέραμε τι θα πει η ΑΝΕΡΓΙΑ ή απλήρωτη εργασία, τι θα πει εκμετάλλευση, τι θα πει να κρυώνεις, να μην έχεις σωστή ή καθόλου ιατρική περίθαλψη και σωστή Παιδεία. Εγώ που τα είχα τα θεωρούσα τότε όλα αυτονόητα. Σήμερα βλέπω ότι δεν ήταν. Θα έπρεπε να τα υπερασπιστούμε και να μην επιτρέψουμε στην Αντεπανάσταση να νικήσει και να ισοπεδώσει όλα τα δικαιώματα των εργαζομένων και όλες τις κατακτήσεις του Σοσιαλισμού.
Ζώντας στην Ελλάδα, τα τελευταία 30 χρόνια, είδα και την καπιταλιστική ανάπτυξη και τώρα την καπιταλιστική κρίση. Γνώρισα τι θα πει ανεργία, ανασφάλεια, φτώχεια. Σήμερα ξεθεμελιώνουν και τα τελευταία εργατικά δικαιώματα, τις άδειες μητρότητας, το επίδομα τοκετού, τη συνταξιοδότηση, για να διαφυλάξουν την κερδοφορία του κεφαλαίου. Μόνη ελπίδα για το λαό, η δημιουργία Λαϊκής Συμμαχίας για Σοσιαλιστική Λαϊκή Οικονομία και Εξουσία, με αποδέσμευση από ΕΕ και ΝΑΤΟ, για ειρήνη και προκοπή του λαού.
Οσο ζω δε θα ξεχάσω το Σοσιαλισμό και θα παλεύω γι’ αυτήν την κοινωνία…!!
Χρυσούλα ΣΛΑΒΙΚ
Κέρκυρα
Πηγή: http://geranista.wordpress.com
Στις
24 Δεκέμβρη του 1943, σε μία έκτακτη έκδοσή του, ο «Ριζοσπάστης», κάτω
από τον τίτλο: «Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΩΝ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ» και υπέρτιτλο – ΟΙ ΟΥΝΝΟΙ
ΚΟΛΥΜΠΑΝ ΣΤΟ ΑΙΜΑ», έγραφε:
«Στα Καλάβρυτα ξετυλίχτηκε μια φρικαλέα πράξη απ’ την πιο φοβερή τραγωδία που έζησε η Ελλάδα και ολόκληρη η Ευρώπη. Ορδές των Ούννων έκαναν επιδρομή και μπήκαν στα Καλάβρυτα που ο πληθυσμός είχε αδειάσει και αποσύρθηκε ολόκληρος στα βουνά. Οι άνανδροι Ούννοι, βαρβαρότεροι και απ’ τις άγριες φυλές της ζούγκλας, κάλεσαν τον πληθυσμό να ξαναγυρίσει στα Καλάβρυτα με την υπόσχεση ότι δεν είχε να πειραχτεί κανένας. Ο πληθυσμός ξαναγύρισε και τότε οι Ούννοι, οι προστάτες των Ράλληδων Ντερτιλήδων, ρίχτηκαν στην εξόντωση των αθώων και ανυπεράσπιστων ανθρώπων. Εκλεισαν όλα τα γυναικόπαιδα σε ένα σχολείο και έβαλαν φωτιά. Τυλιγμένες απ’ τις φλόγες οι γυναίκες πάλεβαν να σπάσουν τις πόρτες, ενώ έριχναν τα παιδιά όξω απ’ τα παράθυρα για να σωθούν. Εσπασαν τις πόρτες και μισοκαμένος και ξετρελαμένος αυτός ο κόσμος ρίχτηκε στους δρόμους οπότε αντιμετώπισε άλλο φρικτό θέαμα. Οι Ούννοι είχαν συγκεντρώσει σε μια διπλανή πλαγιά τον άρρενα πληθυσμό από δεκάξι χρονών και πάνου και τον θέριζαν με πολυβόλα. Σκότωσαν πάνου από οχτακόσιους ανθρώπους και κάμποσες γυναίκες που με θρήνους και οδυρμούς έτρεξαν να περιμαζέψουν τα πτώματα που είταν βουτηγμένα σε βούρκο αίματος. Οι Ούννοι απόκλεισαν τα Καλάβρυτα και απαγόρεψαν και στον Ερυθρό Σταυρό να επικοινωνήσει και να στείλει οποιαδήποτε βοήθεια στα τραγικά θύματα.
ΡΗΜΑΞΑΝ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΛΑΥΡΑ
Οι Ούννοι, αυτές οι ύαινες που γρυλίζουν για πολιτισμό και για θρησκεία, έκαναν επιδρομή και στο ιστορικό μοναστήρι της Αγίας Λαύρας. Λεηλάτησαν αυτό το εθνικό μνημείο και σκότωσαν όλους τους καλόγερους γκρεμίζοντάς τους στους βράχους…».
Πηγή: http://www.imerodromos.gr/kalavrita/
«Στα Καλάβρυτα ξετυλίχτηκε μια φρικαλέα πράξη απ’ την πιο φοβερή τραγωδία που έζησε η Ελλάδα και ολόκληρη η Ευρώπη. Ορδές των Ούννων έκαναν επιδρομή και μπήκαν στα Καλάβρυτα που ο πληθυσμός είχε αδειάσει και αποσύρθηκε ολόκληρος στα βουνά. Οι άνανδροι Ούννοι, βαρβαρότεροι και απ’ τις άγριες φυλές της ζούγκλας, κάλεσαν τον πληθυσμό να ξαναγυρίσει στα Καλάβρυτα με την υπόσχεση ότι δεν είχε να πειραχτεί κανένας. Ο πληθυσμός ξαναγύρισε και τότε οι Ούννοι, οι προστάτες των Ράλληδων Ντερτιλήδων, ρίχτηκαν στην εξόντωση των αθώων και ανυπεράσπιστων ανθρώπων. Εκλεισαν όλα τα γυναικόπαιδα σε ένα σχολείο και έβαλαν φωτιά. Τυλιγμένες απ’ τις φλόγες οι γυναίκες πάλεβαν να σπάσουν τις πόρτες, ενώ έριχναν τα παιδιά όξω απ’ τα παράθυρα για να σωθούν. Εσπασαν τις πόρτες και μισοκαμένος και ξετρελαμένος αυτός ο κόσμος ρίχτηκε στους δρόμους οπότε αντιμετώπισε άλλο φρικτό θέαμα. Οι Ούννοι είχαν συγκεντρώσει σε μια διπλανή πλαγιά τον άρρενα πληθυσμό από δεκάξι χρονών και πάνου και τον θέριζαν με πολυβόλα. Σκότωσαν πάνου από οχτακόσιους ανθρώπους και κάμποσες γυναίκες που με θρήνους και οδυρμούς έτρεξαν να περιμαζέψουν τα πτώματα που είταν βουτηγμένα σε βούρκο αίματος. Οι Ούννοι απόκλεισαν τα Καλάβρυτα και απαγόρεψαν και στον Ερυθρό Σταυρό να επικοινωνήσει και να στείλει οποιαδήποτε βοήθεια στα τραγικά θύματα.
ΡΗΜΑΞΑΝ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΛΑΥΡΑ
Οι Ούννοι, αυτές οι ύαινες που γρυλίζουν για πολιτισμό και για θρησκεία, έκαναν επιδρομή και στο ιστορικό μοναστήρι της Αγίας Λαύρας. Λεηλάτησαν αυτό το εθνικό μνημείο και σκότωσαν όλους τους καλόγερους γκρεμίζοντάς τους στους βράχους…».
Πηγή: http://www.imerodromos.gr/kalavrita/
Γιώργος Κηρύκου εξ Ικαρίας, 18 χρονών το 1973.
Είχε έλθει στην Αθήνα να βρει την τύχη του και δούλευε περιστασιακά οικοδόμος και ελαιοχρωματιστής.
Η φωτογραφία που τον δείχνει ανεβασμένο στην πύλη του ΕΜΠ με την σημαία είναι πασίγνωστη.
Μετά τα γεγονότα, συνελήφθη και βασανίστηκε.
Αργότερα παντρεύτηκε, πήγε στην Αμερική όπου δούλευε μουσικός στην Αστόρια, χώρισε, ξαναπαντρεύτηκε, γύρισε στην Ικαρία στην μάνα του και στις αδελφές του.
Το καλοκαίρι του 1993, με τις φοβερές πυρκαγιές στο νησί που κόστισαν 13 νεκρούς, σε ηλικία 38 ετών, προσπάθησε να σώσει μια γριούλα από την φωτιά, την πήρε στην πλάτη του για να την μεταφέρει κι εκεί έχασε τη ζωή του.
Είχε έλθει στην Αθήνα να βρει την τύχη του και δούλευε περιστασιακά οικοδόμος και ελαιοχρωματιστής.
Η φωτογραφία που τον δείχνει ανεβασμένο στην πύλη του ΕΜΠ με την σημαία είναι πασίγνωστη.
Μετά τα γεγονότα, συνελήφθη και βασανίστηκε.
Αργότερα παντρεύτηκε, πήγε στην Αμερική όπου δούλευε μουσικός στην Αστόρια, χώρισε, ξαναπαντρεύτηκε, γύρισε στην Ικαρία στην μάνα του και στις αδελφές του.
Το καλοκαίρι του 1993, με τις φοβερές πυρκαγιές στο νησί που κόστισαν 13 νεκρούς, σε ηλικία 38 ετών, προσπάθησε να σώσει μια γριούλα από την φωτιά, την πήρε στην πλάτη του για να την μεταφέρει κι εκεί έχασε τη ζωή του.
Του ΦΟΙΒΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗ
ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΤΙΜΗΤΙΚΗ ΠΛΑΚΑ ΓΙΑ ΤΟΝ Ν. ΖΑΧΑΡΙΑΔΗ ΣΤΟ ΣΟΥΡΓΚΟΥΤ ΤΗΣ ΣΙΒΗΡΙΑΣ
Φέτος έκλεισαν 41 χρόνια από το θάνατο του ιστορικού ηγέτη του ΚΚΕ Νίκου Ζαχαριάδη, που την 1η Αυγούστου 1973 έβαλε τέλος στη ζωή του στο Σουργκούτ της Σιβηρίας, όπου ήταν εξόριστος. Η «Ελευθεροτυπία» ήταν η πρώτη εφημερίδα που αποκάλυψε την αυτοκτονία του Ν. Ζαχαριάδη, που εκρατείτο στη σιωπή σαν επτασφράγιστο μυστικό για πολλά χρόνια. Στο Σουργκούτ της Σιβηρίας εγκαινιάστηκε τιμητική πλάκα για τον Νίκο Ζαχαριάδη, τον παλιό κάτοικο της περιοχής, όπου παραβρέθηκαν λίγοι συγγενείς, φίλοι και ομοϊδεάτες του κομμουνιστή ηγέτη, που βρέθηκε επικεφαλής του ΚΚΕ επί 25 χρόνια (1931-1956).
Στη συνέχεια, στο «Πάρκο Φιλίας των Εθνών» του Σουργκούτ φυτεύθηκαν δέντρα ώστε να δημιουργηθεί δεντροστοιχία, που πήρε το όνομα «Νίκος Ζαχαριάδης», πλάι σε μια άλλη που είναι αφιερωμένη στον Γκεόργκι Δημητρόφ, το Βούλγαρο κομμουνιστή ηγέτη, που υπήρξε γενικός γραμματέας της Κομμουνιστικής Διεθνούς από το 1935 ώς το 1943, οπότε και αυτοδιαλύθηκε με πρωτοβουλία του Στάλιν.
Αυτή η κοινή παρουσία των δενδροστοιχιών Ζαχαριάδη και Δημητρόφ έδωσε την ευκαιρία στις ψυχές δύο Βαλκάνιων κομμουνιστών, παλιών γνώριμων, να ξανασυναντηθούν.
Μπορεί και οι δύο να ήταν άθεοι και να μην πίστευαν στη μεταθανάτια ζωή, αλλά οι ψυχές τους έκαναν μία εξαίρεση: αναδύθηκαν μέσα από τις δενδροστοιχίες του Σουργκούτ και αντάμωσαν.
Μια δενδροστοιχία αφιερωμένη στον Δημητρόφ ... και μια στον Ζαχαριάδη, δεν τους εμπόδισαν να συνομιλήσουν...
- Γεια σου σύντροφε Νίκο. Ξανασυναντιόμαστε στην πατρίδα των εργαζομένων, την πρώην Σοβιετική Ενωση, όπου τελικά και οι δύο αφήσαμε την τελευταία μας πνοή. Εγώ στις 2 Ιουλίου του 1949 σε νοσοκομείο της Μόσχας. Κατά κάποιον τρόπο θα σου εξηγήσω γιατί ήμουν κι εγώ υπό δυσμένεια, έστω και αν δεν λεγόταν φανερά, τότε. Εσύ την 1η Αυγούστου με μία θηλιά στο λαιμό, στο Σουργκούτ.
- Γεια σου σύντροφε Γκεόργκι, χαίρομαι που σε συναντώ και πάλι, έχουμε τόσα να πούμε. Θυμάμαι τι εντύπωση είχε προξενήσει στις γραμμές του κόμματός μας η σύλληψη η δική σου και των άλλων συντρόφων από τους Γερμανούς ναζί λίγο μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, το 1933. Τι ωραίος ο λόγος σου στη Λιψία, στη διάρκεια της δίκης σας με την ψεύτικη κατηγορία του εμπρησμού του Ράιχσταγκ.
Λίγο αργότερα στη Σοβιετική Ενωση ο Στάλιν σε διόρισε επικεφαλής της Κομιντέρνας, ενώ εμένα από το 1931 με είχαν επιλέξει για την ηγεσία του ΚΚΕ.
Ημασταν δεμένοι με τη Σοβιετική Ενωση, αλλά όχι και τυφλοί υπηρέτες της.
- Σύντροφε Νίκο, κάπου διάβασα ότι το 1950, πριν αρχίσει η τρίτη σας συνδιάσκεψη στη Ρουμανία, ο Μάρκος Βαφειάδης κατήγγειλε ενώπιον επιτροπής ότι του είχατε πει πως ήμουν «ραδιούργος» και ότι η Κομιντέρνα υπήρξε «εστία ραδιουργιών».
- Ασε τον Μάρκο να λέει. Αυτό που πίστευα για εσάς, σύντροφε, ήταν ότι είχατε γραφειοκρατικοποιηθεί σε μια καρέκλα, όπου σας είχαν βάλει οι Σοβιετικοί στη Μόσχα, δίχως να μπορέσετε να αξιοποιήσετε στο μέγιστο βαθμό τις ικανότητές σας. Εσείς, αλλά κι εμείς, ακολουθούσαμε πιστά τις θέσεις τού Στάλιν πιστεύοντας ότι είναι οι καλύτερες και οι σοφότερες. Φυσικά οι αντιρρήσεις είχαν σοβαρές συνέπειες. Οι Σοβιετικοί ήταν οι απόλυτοι κυρίαρχοι κι εμείς έπρεπε πάντα να συμφωνούμε. Σ' εσάς ο Στάλιν είπε ότι οι Ελληνες έκαναν βλακεία που συγκρούστηκαν με τους Αγγλους τον Δεκέμβρη του 1944. Σ' εμάς που γνωρίζαμε την ενθάρρυνσή τους, ο Ιωσήφ είπε ότι έπρεπε να συνεχίσετε τη σύγκρουση του Δεκέμβρη και έξω από την Αθήνα και να μη συνθηκολογήσετε. Τι να πει κανείς!
- Σύντροφε Νίκο, μπορεί λίγο να είχα γραφειοκρατικοποιηθεί στη Μόσχα έχοντας χάσει την επαφή με την καθημερινή ζωή. Αλλά είχα μεγάλη δραστηριότητα στην κίνηση των μηχανισμών για την πραγματοποίηση των στόχων μας. Και όταν στα τέλη του 1945 επέστρεψα στη Βουλγαρία έπειτα από απουσία πολλών ετών, έβαλα τα δυνατά μου για την ανεξαρτησία των Βαλκανίων. Νομίζω ότι στο βάθος συμφωνούσατε εσείς και ο Τίτο, όπως κι εγώ.
Οι Ρώσοι άρχισαν ν' ανησυχούν ότι κάτι γίνεται στα Βαλκάνια που δεν το γνωρίζουν, νόμιζαν ότι πολλά γίνονταν με αφορμή το ελληνικό πρόβλημα. Στις αρχές του 1948, επιστρέφοντας σιδηροδρομικά στη Σόφια, δήλωσα σε δημοσιογράφους ότι υποστηρίζω τη δημιουργία μιας Βαλκανικής Ομοσπονδίας, όπου θα μπορούσε να συμπεριληφθεί και η Ελλάδα. Η «Πράβδα» αμέσως σε κύριο άρθρο της αποδοκίμασε τις δηλώσεις μου.
- Σύντροφε Δημητρόφ, εκείνη την εποχή ήμουν στο βουνό με τους αντάρτες και θυμάμαι ότι η εφημερίδα «Καθημερινή», που είχε φτάσει σ' εμάς, έγραφε ότι «η Μόσχα αποκηρύσσει τα περί Βαλκανικής Ομοσπονδίας σχέδια των Τίτο-Δημητρόφ» και ότι «έγκυροι κύκλοι» έκριναν ότι η σοβιετική αντίδραση ήθελε να ξεκαθαρίσει ότι «η κομμουνιστική πολιτική θα καθορίζεται μόνον υπό της Μόσχας».
- Πράγματι, σύντροφε Νίκο, η δυσαρέσκεια της σοβιετικής ηγεσίας ήταν μεγάλη και στις 24 Ιανουαρίου 1948 έλαβα το ακόλουθο τηλεγράφημα: «...Θεωρούμε καθήκον μας να σας ενημερώσουμε ότι οι δηλώσεις σας στη συνέντευξη Τύπου στη Ρουμανία, στο σημείο που αφορούν την ομοσπονδία ή τη συνομοσπονδία των χωρών της λαϊκής δημοκρατίας, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας... εκτιμούνται από τους Μοσχοβίτες φίλους ότι είναι επικίνδυνες. Εξίσου απρόσεκτη και επιζήμια θεωρείται η δήλωσή σας για τελωνειακή ένωση μεταξύ των συμμάχων χωρών. Είναι δύσκολο να κατανοηθεί τι σας ανάγκασε να κάνετε στη συνέντευξη Τύπου τόσο βιαστικές και απερίσκεπτες δηλώσεις».
Λίγο μετά, εμάς και τους Γιουγκοσλάβους μάς κάλεσαν ανεπίσημα στο Κρεμλίνο, όπου μας ασκήθηκε σκληρή κριτική. Ο Στάλιν ανέφερε τότε τις αμφιβολίες του και για τη νίκη της επανάστασης στην Ελλάδα.
Ο Στάλιν επέκρινε όχι μόνο εμένα, αλλά ιδιαίτερα στράφηκε και κατά του στενότερου συνεργάτη μου Τράιτσο Κόστοφ, κατηγορώντας τον ότι είχε τάσεις ανεξαρτησίας σαν τον Τίτο. Οπως γνωρίζετε, ο Κόστοφ εκτελέστηκε το 1949 κι εγώ την ίδια χρονιά πέθανα έχοντας μεταφερθεί σε νοσοκομείο της Μόσχας. Μήπως μου συνέβη κάτι που δεν το ξέρω; Ημουνα βέβαια αρκετά μεγαλύτερος από εσάς, είχα γεννηθεί το 1882 και πέθανα 67 χρόνων, ενώ εσείς είχατε γεννηθεί το 1903 και αυτοκτονήσατε σε ηλικία 70 χρόνων, που σημαίνει ότι θα μπορούσατε να ζήσετε και άλλα χρόνια.
- Σύντροφε Γκεόργκι, κι εμένα με δίκασαν με τον τρόπο τους οι Σοβιετικοί το 1950. Ο Μολότοφ, ενώπιον του Στάλιν, ξεφούρνισε ένα γράμμα του Μάρκου που έλεγε ότι ήμουνα «πράκτορας των Αγγλων». Αν τότε, όπως έγραψα στις σημειώσεις μου, «τα έχανα θα μου το έπαιρναν το κεφάλι». Με είχαν στο χέρι και το 1956 μ' αποτελείωσαν και αργότερα μ' έστειλαν στη Σιβηρία. Εμένα, που αν μου έδιναν ένα όπλο θα υπεράσπιζα με όλες μου τις δυνάμεις τη Σοβιετική Ενωση.
Ξημέρωνε πια στην παγωμένη Σιβηρία, τα πνεύματα του Ζαχαριάδη και του Δημητρόφ έπρεπε να επιστρέψουν στο «Πάρκο Φιλίας των Εθνών» ανάμεσα στις δενδροστοιχίες τους. Πριν όμως αποχωριστούν, έδωσαν την υπόσχεση να ξαναβρεθούν για ν' ανταλλάξουν νέες σκέψεις και να λύσουν τις απορίες τους...
«Την τιμή δεν μπορεί να σου την αφαιρέσει κανείς, την τιμή μπορείς μόνο να τη χάσεις».
Αυτή η ρήση στα ρωσικά του Νίκου Ζαχαριάδη κυριαρχεί στην τιμητική πλάκα στο Σουργκούτ.
Στο Σουργκούτ της Σιβηρίας, όπου έζησε εξόριστος τα τελευταία έντεκα χρόνια της ζωής του, τιμήθηκε σήμερα (Κυριακή) ο ιστορικός ηγέτης του ΚΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης.
Οι τοπικές ρωσικές αρχές αποδέχτηκαν το αίτημα του γιου του, Σήφη Ζαχαριάδη, για ανοιχτή εκδήλωση, η οποία πραγματοποιήθηκε σε μία φορτισμένη συγκινησιακά ατμόσφαιρα, με την συμμετοχή πολλών κατοίκων της περιοχής και Ελλήνων που ταξίδεψαν γι’ αυτό το σκοπό στη Ρωσία. Το «παρών» έδωσε αντιπροσωπεία του ΚΚΕ με επικεφαλής της πρόεδρο της κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματος Αλέκα Παπαρήγα.
Τα αποκαλυπτήρια αναμνηστικής πλάκας έγιναν στον εξωτερικό χώρο της Υπηρεσίας Δασικής Εκμετάλλευσης του Σουργκούτ, από τον γιο του Σήφη, ενώ εκφωνήθηκαν ομιλίες προς τιμήν του τιμώμενου εκλιπόντα.
Πηγή: efsyn.gr
Αυτή η ρήση στα ρωσικά του Νίκου Ζαχαριάδη κυριαρχεί στην τιμητική πλάκα στο Σουργκούτ.
Στο Σουργκούτ της Σιβηρίας, όπου έζησε εξόριστος τα τελευταία έντεκα χρόνια της ζωής του, τιμήθηκε σήμερα (Κυριακή) ο ιστορικός ηγέτης του ΚΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης.
Οι τοπικές ρωσικές αρχές αποδέχτηκαν το αίτημα του γιου του, Σήφη Ζαχαριάδη, για ανοιχτή εκδήλωση, η οποία πραγματοποιήθηκε σε μία φορτισμένη συγκινησιακά ατμόσφαιρα, με την συμμετοχή πολλών κατοίκων της περιοχής και Ελλήνων που ταξίδεψαν γι’ αυτό το σκοπό στη Ρωσία. Το «παρών» έδωσε αντιπροσωπεία του ΚΚΕ με επικεφαλής της πρόεδρο της κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματος Αλέκα Παπαρήγα.
Τα αποκαλυπτήρια αναμνηστικής πλάκας έγιναν στον εξωτερικό χώρο της Υπηρεσίας Δασικής Εκμετάλλευσης του Σουργκούτ, από τον γιο του Σήφη, ενώ εκφωνήθηκαν ομιλίες προς τιμήν του τιμώμενου εκλιπόντα.
Πηγή: efsyn.gr

















