Ο (και) δικός μας Ιβ Μοντάν. Περφεξιονιστής της τέχνης, σύμμαχος των κατατρεγμένων

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΚΙΩΝΗ
Θυμάμαι το 1970, περίοδο της δικτατορίας, όταν εκεί στο εξωτερικό που βρισκόμουν, είδα το «Ζ» του Κώστα Γαβρά (από το ομότιτλο βιβλίο του Βασίλη Βασιλικού και το αποτρόπαιο φονικό), αφού πριν στήθηκα σε μια τεράστια ουρά, με αντιδικτατορικούς να μοιράζουν αντιχουντικό υλικό και, αφού πέρασα μέσα, το πρωτόγνωρο, θεατές να χειροκροτούν στη διάρκεια της προβολής.
Με Ιβ Μοντάν - Λαμπράκη, Ζαν Λουί Τρεντινιάν - Σαρτζετάκη, Ειρήνη Παπά - σύζυγο του δολοφονημένου. Η δεινοπαθούσα Ελλάδα στ' απάνω της - διεθνώς.
Είχα πρωτοδεί τον Μοντάν έφηβος, στην ταινία του Ανρί Ζορζ Κλουζό «Το μεροκάματο του τρόμου» (1953) - ένας οδηγός που, για ένα κομμάτι ψωμί, αποδέχθηκε να μεταφέρει ένα φονικό φορτίο. Ακολούθησαν άλλες - κι ας σταθώ σ' αυτές του δικού μας Γαβρά με τον Μοντάν, ταινίες άκρως πολιτικές, με λαμπρή διαδρομή, που χάρισαν στο δημιουργό τους φήμη αλλά και διχογνωμίες: «Η ομολογία» (1971), «Κατάσταση πολιορκίας» (1973), με τη συνεργασία (και φιλία) μεταξύ σκηνοθέτη και ηθοποιού να μετράει από το 1965 με το «Διαμέρισμα δολοφόνων», με συμπρωταγωνίστρια τη Σιμόν Σινιορέ.
Διά χειρός Βασιλικού
Ηθοποιός, τραγουδιστής (συν γόης), με έντονη πολιτική δραστηριότητα στο χώρο της Αριστεράς, ο Μοντάν, μολονότι Ιταλός (γεννημένος στην Τοσκάνη - Ιβι Λίβι το πραγματικό του ονοματεπώνυμο), αλλά από τα τρία του χρόνια οικογενειακώς στη Μασσαλία, πολιτογραφήθηκε Γάλλος και ως Γάλλος δοξάστηκε. Εφυγε ξαφνικά από τη ζωή στα 70 του - 16 Νοεμβρίου 1991, πριν από είκοσι χρόνια, (και) με τους Ελληνες να τον κατευοδώνουμε σαν δικό μας άνθρωπο. Η Σινιορέ πέθανε έξι χρόνια νωρίτερα, στα 64 της. Μολονότι ταιριαστό και αγαπημένο ζευγάρι, στη ζωή του Μοντάν έπαιξαν κι άλλες γυναίκες, μεταξύ άλλων: η Εντίθ Πιαφ (στο ξεκίνημά του) και η Μέριλιν Μονρόε, όντας παντρεμένος (σχέση άκρως επώδυνη για την Σινιορέ), όταν συμπρωταγωνιστούσαν στην ταινία του Τζορτζ Κιούκορ «Ελα ν' αγαπηθούμε» (1960).
Αλλά εδώ θα δώσω το λόγο στον Βασίλη Βασιλικό, που έλαχε να γνωριστεί και να συνδεθεί με Γαβρά, Μοντάν και Σινιορέ, με αποσπάσματα από ένα κείμενο «Για τον Ιβ Μοντάν», που πρωτοδημοσιεύτηκε μετά το θάνατο του ηθοποιού στην εφημερίδα της Καβάλας «Χρονόμετρο»:
«Η Γαλλία πένθησε τον Ιβ Μοντάν σχεδόν σαν έναν Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Το γεγονός ότι είχε κάποτε ψιθυριστεί πως ο ίδιος είχε τέτοιες βλέψεις -που ο ίδιος, πάλι, τις είχε διαψεύσει κατηγορηματικά- είναι άσχετο, νομίζω, με την έκταση που πήρε στα mass media ο θάνατός του. Πρώτα πρώτα ήταν ξαφνικός: καμιά αρρώστια, κανένας ψίθυρος δεν τον είχε προετοιμάσει. Κι αυτό σοκάρισε, γι' αυτό βρέθηκαν όλοι ανέτοιμοι μπροστά στην ξαφνική αποχώρησή του από τη σκηνή [...] Ο Μοντάν έπεσε πάνω στο "γύρισμα" της ταινίας του Beineix, σχεδόν στο τέλος της ταινίας. Βούτηξε σε παγωμένες λίμνες, στο πεδίο της μάχης. [...]
Με τους κατατρεγμένους
»Ο υψηλός επαγγελματισμός του στάθηκε ίσως και η αφορμή του θανάτου του. Τον θυμάμαι, λίγο πριν από το γύρισμα του "Ζ", να με ρωτά με επιμονή λεπτομέρειες για το physique του Γρηγόρη Λαμπράκη, για τον τρόπο που περπατούσε, ακόμα και για το αν συνήθιζε να φορά πουκάμισα με ψηλό ή χαμηλό κολάρο. Ο άνθρωπος ήταν περφεξιονιστής [...] Ο Μοντάν με τη σύζυγό του, τη Σιμόν Σινιορέ, αποτελούσε για το χώρο του θεάματος ό,τι ήταν για το χώρο της λογοτεχνίας το ζεύγος Σιμόν ντε Μποβουάρ - Σαρτρ. Οι απανταχού κατατρεγμένοι έβρισκαν σ' αυτούς τους δύο (Σινιορέ - Μοντάν) έναν πιο πολύ από πρόθυμο, θα έλεγα, υποστηρικτή τους. Περιστοιχισμένοι από ανθρώπους σαν τον Regis Debray, τον Jorge Semprun, τον Chris Marker, τον Frederik Rossif (τον σκηνοθέτη του "Mourir a Madrid"), οι δυο τους, ο Ιβ και η Σιμόν, διαδήλωναν έμπρακτα και θεωρητικά την αντίθεσή τους σε κάθε λογής καταπίεση, είτε ήταν στην Ελλάδα των συνταγματαρχών, είτε στην Τσεχοσλοβακία των σοβιετικών τανκς, είτε στη Χιλή, είτε στο Βιετνάμ, είτε πάλι στο Βιετνάμ, όταν το ίδιο, απελευθερωμένο πια από την αμερικανική πανούκλα, καταπίεζε τους αντιφρονούντες του. Στο σπίτι τους, στην πλατεία Dauphine, κατοίκησαν κατά καιρούς Ελληνες, Ανατολικοί, τριτοκοσμικοί και boat-people, εξόριστοι. Η Σιμόνη ήταν ο εγκέφαλος, ο Ιβ, σαν άνδρας, το πρακτικό σκέλος. Αλλά δύσκολα τους ξεχώριζες, στην πολιτική τους σύμφυση, πού σταματούσε ο ένας και πού άρχιζε ο άλλος [...]. Η Σιμόνη πέθανε στην αρχή της περεστρόικα, το 1985, ο Ιβ στο τέλος της, το 1991. Ετσι, το τέλος μιας εποχής, που αρχίζει με τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και φτάνει ώς την ουσιαστική άλωση του Λένινγκραντ (με τη μετονομασία του σε Αγία Πετρούπολη), είναι πραγματικό γεγονός. Ο Μοντάν καλύπτει, με τα τραγούδια του και με τις ταινίες του, ένα μεγάλο μέρος αυτής της πεντηκονταετίας».

You Might Also Like

0 σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Δημοφιλείς 30 ημέρες

Δημοφιλείς 7 ημέρες