Σαπφώ Νοταρά. Η άλλη όψη του κωμικού


«Ελάχιστοι στην κηδεία της Σαπφώς Νοταρά, της υπέροχης αυτής ωραίας-άσχημης καρατερίστας, με τη μοναδική βραχνή-πνιχτή φωνή.
Κι αυτό ήταν για πολλές εφημερίδες ένας ψόγος απέναντι σ' εκείνους που όφειλαν, αλλά δεν τη συνόδεψαν στο τελευταίο της ταξίδι», έγραφα στην παρούσα εφημερίδα για τον θάνατο της Σαπφώς Νοταρά, που τη βρήκε στις 11 Ιουνίου 1985 (πριν από 25 χρόνια και κάτι), στα 79 της. Και πιο κάτω:
«Ομως οι τιμές σε κάποιον που αφήνει τον μάταιο ετούτο κόσμο αφορούν, όπως είναι γνωστό, αυτούς που μένουν και καθόλου εκείνον που φεύγει. Και όταν πρόκειται για επώνυμα πρόσωπα, είναι δύσκολο να καταλάβεις πόσοι από αυτούς που τα κατευοδώνουν θλίβονται πραγματικά για την απώλειά τους. Αλλά αυτό που αποτελεί παραφωνία είναι η δυσανάλογη μεταχείριση ενός νεκρού σε σχέση με αυτήν που του είχαν όσο ζούσε.
Η Σαπφώ έζησε μια ζωή μοναχική, μακριά από τη δημοσιότητα, που απεχθανόταν (τι της χρειαζόταν άλλωστε;), κι έφυγε χωρίς "νταβαντούρια", που είναι σίγουρο πως θα τη σύγχιζαν - αν γινόταν να έχουμε τις αντιδράσεις της».
Δεν είναι που έφυγε μόνη, να προσθέσω σήμερα, βρέθηκε, αφού αναζητήθηκε, δύο μέρες μετά τον θάνατό της, στο διαμερισματάκι στην περιοχή της πλατείας Κουμουνδούρου όπου έμενε και της το πλήρωνε επιχειρηματίας θαυμαστής της. Από συγγενείς, κάποια ανίψια.
Στην «Πορνογραφία»
Την είχα δει -και απολαύσει- για τελευταία φορά στην «Πορνογραφία» του Μάνου Χατζιδάκι - όπως αναφέρει ο ίδιος στο c.d. με τα τραγούδια του έργου (κυκλοφόρησε αργότερα από την ΕΜΙ): «Μουσικό θέαμα σε δύο πράξεις με τραγουδιστές, ηθοποιούς, χορωδούς, χορευτές και μικρή ορχήστρα. Ανέβηκε στο θέατρο "Σούπερ Σταρ" καθυστερημένα, στις 17 Οκτωβρίου 1982, και κατέβηκε εσπευσμένα στις 8 Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου, λόγω ελλείψεως θεατών».
Από το αποτυχημένο ωστόσο εμπορικά θεατρικό ανέβασμα της «Πορνογραφίας», όπου η Νοταρά έπαιζε και τραγουδούσε, διασώζονται, όπως προανέφερα, τα υπέροχα τραγούδια, με πρώτο αυτό του τίτλου του έργου και, ακόμα: η «Μπαλάντα των αισθήσεων και των παραισθήσεων» («Σαν παλιό σινεμά»), «Ελα σε μένα», «Σχόλιο για την περίπτωση της Σαπφέτ Νοτερό» - αφιερωμένο στη Νοταρά, σε στίχους του ίδιου του Χατζιδάκι: «Στην οδό του Μπλαμαντώ/ βρέχει ατέλειωτο νερό/ σ' ένα υπόγειο τραγουδάει/ η Σαπφέτ η Νοτερό./ Δεν την πιάνει πανικός/ με τον κόσμο που όλο αλλάζει/ ούτε κλαίει ούτε στενάζει/ παραμένει ερωμένη στον καιρό/ στο ρυάκι του Μπλαμαντώ». Και ακολουθεί, με τη φωνή της Νοταρά, το «Στην οδό του Μπλαμαντώ», σε στίχους Ζαν Πολ Σαρτρ, σε διασκευή Αλέξη Σολομού.
Αυτή ήταν και η τελευταία εμφάνιση της Νοταρά - περίπου δυόμισι χρόνια πριν από τον θάνατό της.
Αβατο μοναξιάς
Γεννημένη το 1907 στο Ηράκλειο της Κρήτης, σπούδασε ηθοποιός στη δραματική σχολή του Πειραϊκού Συνδέσμου, επιλέγοντας ως ψευδώνυμο, αντί του πραγματικού της Χάνδακα, το όνομα του δρόμου όπου βρισκόταν η σχολή. Εμφανιζόμενη στο θέατρο, δούλεψε δίπλα σε σπουδαίους ηθοποιούς, όπως η Κοτοπούλη, η Κατερίνα, η Λαμπέτη, ο Χορν, η Βασιλειάδου (η άλλη ωραία-άσχημη). Γνωστή όμως και ιδιαίτερα δημοφιλής έγινε με τη συμμετοχή της στις 30 ταινίες που έπαιξε -από το 1951 ώς το 1970-, από αυτές που συντηρούν στις μέρες μας την τηλεόραση - όπου και οι διαχρονικές ατάκες της: «Εδώ μέσα γίνονται Σόδομα και Γόμορρα!» και «Μπουρλότο!». Μερικοί τίτλοι: «Η Λύκαινα», «Κυριακάτικο ξύπνημα», «Η αρπαγή της Περσεφόνης», «Η κυρά μας η μαμή», «Εγκλημα στα παρασκήνια», «Συνοικία το όνειρο», «Η χαρτοπαίχτρα», «Δημήτρη μου... Δημήτρη μου», «Αχ, αυτή η γυναίκα μου», «Εμπαινε Μανωλιό».
Μια άκρως μελαγχολική εικόνα της διαβίωσης της Νοταρά δίνει ο Νίκος Θωμόπουλος στην ιστοσελίδα Cinema info: «Το άβατο της μοναξιάς της δεν το πάτησε ποτέ κανείς. Στη διάρκεια της ημέρας την έβλεπες συχνά να κάθεται μονάχη της στο τραπεζάκι κάποιου καφενείου, να μηρυκάζει τη θλίψη της, να ηλεκτρίζεται στη θέα των απόμαχων της ζωής και να καπνίζει τα κόκκινα τσιγάρα της. Οι άνθρωποι του θεάματος δεν της φέρθηκαν καλά, δεν μπόρεσαν να διακρίνουν τον αρχαίο σπαραγμό της».
Και πιο κάτω: «Ο Γιάννης Τσαρούχης συνέλαβε το πραγματικό της ταλέντο και της δίνει τον ρόλο της κορυφαίας του χορού αλλά και όλα τα χορικά των "Τρωάδων". Υπέφερε από σοβαρή αρθρίτιδα και σάκχαρο, λόγω των γλυκών που έτρωγε συχνά, για να ξεγελά την πείνα της, λόγω των πενιχρών εσόδων της. Κανένας πολιτιστικός σύλλογος ή κρατικός φορέας δεν νοιάστηκε γι' αυτήν. Αλλωστε η πλειονότητα των συναδέλφων της τη θεωρούσε απλώς ένα κωμικό πρόσωπο».*
*Γράφοντας για τη Σαπφώ Νοταρά, σκεφτόμουν και πάλι τους κυρίαρχους -τάχα- κωμικούς των ημερών μας, που βλέπουμε -στον βαθμό που βλέπουμε, έστω και αρπαχτά- στις επαναλαμβανόμενες τηλεοπτικές σειρές.
Αυτούς που πιστεύουν ότι γουρλώνοντας τα μάτια και χάσκοντας, βγάζουν γέλιο - που κι αυτό έχει ακριβύνει στις μέρες μας. Ευτυχώς που παράλληλα ξαναπροβάλλονται κάποιες παλιές ελληνικές, με απόντες τους περισσότερους πρωταγωνιστές. Μελαγχολία από τους ζώντες, ευφορία από τους μακαρίτες.

You Might Also Like

0 σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Δημοφιλείς 30 ημέρες

Δημοφιλείς 7 ημέρες