Μανώλης Χιώτης, «ο Μπετόβεν του μπουζουκιού»

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΚΙΩΝΗ
Μεγάλη ζωή μικρής διάρκειας
Μάρτιος του 1970, μέρες χούντας, με την Ελλάδα στον γύψο -με απαγορεύσεις, διώξεις, βασανισμούς, φυλακίσεις, εξορίες. Στην τελευταία κατηγορία (συν την ολοκληρωτική απαγόρευση των έργων του) και ο Μίκης Θεοδωράκης, «φιλοξενούμενος» στο στρατόπεδο του Ωρωπού («και συ λαέ βασανισμένε, μην ξεχνάς τον Ωρωπό»).
Νύχτα, και οι κρατούμενοι κοιμούνται -μαζί και ο Θεοδωράκης. Δεν θα είχε περάσει ούτε μισή ώρα, όταν κάποιος συγκρατούμενός του τον ξυπνάει:
- Στον μώλο μια παρέα λέει τραγούδια σου και κοιτάζει κατά δώθε -θα 'ναι τίποτα φίλοι σου.
- Και οι φρουροί;
- Φαίνεται πως τους αρέσει. Χαζεύουν.
Ντύνεται πρόχειρα και βγαίνει. Ο δυνατός άνεμος κουβαλά το «σε πότισα ροδόσταμο, με πότισες φαρμάκι». Είναι δυο-τρεις φωνές γνωστές. Πλησιάζει και κρεμιέται στο σύρμα. Κάποιος τον χαιρετά, πλησιάζει περισσότερο, τον αναγνωρίζει. Είναι ο Μανώλης Χιώτης, ο φίλος, ο συνεργάτης, ο οποίος, αψηφώντας τον κίνδυνο, πήγε να του συμπαρασταθεί, να τον χαιρετήσει, αγνοώντας ότι τον αποχαιρετούσε οριστικά. Την άλλη μέρα γράφτηκε στον Τύπο ότι ο Χιώτης τη νύχτα πέθανε από καρδιακή προσβολή. Ηταν 20 Μαρτίου (πριν από 40 χρόνια), μία μέρα πριν συμπληρώσει τα 49 του.
Με τον Θεοδωράκη
Το καταγράφει ο ίδιος ο Μίκης Θεοδωράκης στο βιβλίο-μαρτυρία «Το Χρέος» (πρωτοκυκλοφόρησε στο εξωτερικό τον Νοέμβριο του 1971). Στο ίδιο κεφάλαιο περιγράφει και την πρώτη συνάντηση με τον Χιώτη, το 1959, στο δωματιάκι-στούντιο της «Κολούμπια», στην οδό Λυκούργου:
«Εβγαλε με προσοχή το μπουζούκι του από τη θήκη. Το 'πιασε τρυφερά, σαν ένα μικρό εύθραυστο αγαπημένο πλάσμα. Και μετά! Και μετά το μικρό στούντιο γέμισε με κρυστάλλινους καταρράκτες. Με ήλιους πολύχρωμους. Του 'παιξα τον "Επιτάφιο".
- Εδώ, μου λέει, ο ρυθμός δεν είναι έτσι που το παίζεις.
- Δηλαδή;
- Είναι ζεϊμπέκικος. Είναι μάλιστα βαρύς ζεϊμπέκικος... Ακουσε την πενιά...
»Κι ύστερα από το "Μέρα Μαγιού" βρέθηκαν και το "Βασίλεψες, αστέρι μου" και το "Να 'χα τ' αθάνατο νερό" -βρέθηκαν κι αυτά ζεϊμπέκικα, κι είναι η σαϊτένια πενιά του Μανώλη Χιώτη που τους βρήκε και τους έδωσε την αληθινή τους ψυχή. Κι ήρθαν οι "Λιποτάχτες", το "Αρχιπέλαγος", η "Πολιτεία", τα "Επιφάνεια" και δέθηκε για πάντα το μουσικό δαιμόνιο του Χιώτη με τη μουσική μου».
Οταν ο Χιώτης συνάντησε τον Θεοδωράκη δεν ήταν ούτε 30 ετών, αλλά ήδη είχε τη δική του ιστορία. Γεννημένος στις 21 Μαρτίου 1920 στη Θεσσαλονίκη, βρέθηκε στα 7 του στο Ναύπλιο, όπου η μητέρα του είχε ένα πολυτελές μπαρ, ενώ ο πατέρας του ανακατευόταν με ταβέρνες και καφενεία στην Αθήνα. Αλλά, καθώς ήταν ζωηρός, δολοφονήθηκε το 1940.
Σταθμός στο τραγούδι
Ο Μανώλης άρχισε στα 12 του μαθήματα βιολιού σε ωδείο του Ναυπλίου, ενώ ήδη έπαιζε κιθάρα και ούτι. Ηταν από γεννησιμιού του μουσικός. Από τα 18 του άρχισε να παίζει ως κιθαριστής σε διάφορα μαγαζιά, δίπλα σε γνωστά ονόματα της εποχής: Μπαγιαντέρα, Στράτο Παγιουμτζή, Παπαϊωάννου, Σπιτάμπελο. Ο άνθρωπος όμως που τον έπεισε να ασχοληθεί κυρίως με το μπουζούκι ήταν ο Τσιτσάνης.
«Η εμφάνισή του στάθηκε σταθμός για την πορεία του λαϊκού μας τραγουδιού», γράφει ο Τάσος Σχορέλης στη «Ρεμπέτικη Ανθολογία» του.
Ανικανοποίητος, έψαχνε να βρει ένα όργανο μελωδικότερο, πιο πλήρες από το ώς τότε γνωστό μπουζούκι. Τέλος, κατέληξε και καθιέρωσε το τετράχορδο μπουζούκι. Επιπλέον, είναι αυτός που, ως συνθέτης, μουσικός και τραγουδιστής, πέρασε το λαϊκό τραγούδι -είδος παρακατιανό τα χρόνια εκείνα- από τα ρεμπετομάγαζα στον λεγόμενο καλό κόσμο. Κομψοντυμένος πάντα, καθιέρωσε την όρθια παρουσία μουσικού και τραγουδιστή στο πάλκο. Εικόνες από τις εμφανίσεις του έχουμε από τη συμμετοχή του σε ελληνικές ταινίες, όπου είχε λανσάρει και πολλές επιτυχίες του. Μαζί του η Μαίρη Λίντα, η δεύτερη σύζυγός του -είχε προηγηθεί ο γάμος του με τη Ζωή Νάχη (με την οποία απέκτησε δύο παιδιά) και ακολούθησε η Μπέμπα Κυριακίδου.
Μερικοί τίτλοι ανθεκτικών τραγουδιών του: «Απόψε φίλα με», «Δεν θέλω πια να ξαναρθείς», «Δεν πάω σπίτι μου απόψε», «Εσύ 'σαι η αιτία που υποφέρω», «Εφυγες και πού μ' αφήνεις», «Ηλιοβασιλέματα», «Θεσσαλονίκη μου», «Περασμένες μου αγάπες», «Το χρήμα δεν το λογαριάζω», «Πάρε με στο τηλέφωνο».
«Μπετόβεν του μπουζουκιού» τον είχε αποκαλέσει ο λαϊκός συνθέτης και τραγουδιστής Γιάννης Μπαρούνης ή Σαμιώτης, «είναι ο καλύτερος κιθαριστής του κόσμου», είχε αποφανθεί ο περίφημος Τζίμι Χέντριξ, που τον άκουσε στην Αμερική, «μεγάλη ζωή μικρής διάρκειας», είχε εκτιμήσει τη διαδρομή του ο Πάνος Γεραμάνης στο βιβλίο του «Η ζωή μου ένα τραγούδι» (εκδ. «Καστανιώτη», 2007), που δανείζομαι για τίτλο στο παρόν κείμενο.

You Might Also Like

0 σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Δημοφιλείς 30 ημέρες

Δημοφιλείς 7 ημέρες