Διονύσης Σαββόπουλος. Ο τρελός, το περιβόλι και τ' αγκάθια

Πριν από 40 χρόνια, ένας ιστορικός δίσκος του Διονύση Σαββόπουλου άνθιζε μέσα στη χούντα
Του ΣΤΕΛΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΑΔΗ
Τέλη 1971, Δεινοκράτους, Ναυτικό Νοσοκομείο. Με ένα από τα πρώτα φορητά κασετόφωνα της εποχής, ανοίγει μια ατελείωτη συζήτηση με τον Διονύση Σαββόπουλο, για το κύριο θέμα του πρώτου φύλλου της μουσικής εφημερίδας «Μουσική Γενιά», που θα κυκλοφορήσει το Γενάρη της επόμενης χρονιάς.
Σεπτέμβρης 2009, ενόψει του μεγάλου αφιερώματος που ετοιμάζει για τον ερχόμενο Δεκέμβρη με θέμα τη δεκαετία του '60, η συζήτηση συνεχίζεται στο ίδιο μέρος για το «Περιβόλι του Τρελού», που κυκλοφόρησε ακριβώς πριν από 40 χρόνια.
Αν η Ασφάλεια δεν τον εμπόδιζε να παίξει στην Πλάκα, ο Σαββόπουλος δεν θα βρισκόταν το '68 στην πλατεία Βικτωρίας. Στο πλευρό του οι Περικλής Χαρβάς, Δέσποινα Γλέζου, Νίκος Τσιλογιάννης, Αρης Τασούλης, Βασίλης Ντάλλας, Τάκης Ανδρούτσος και άλλοι. Ο Γιώργος Ρωμανός με τον οποίο ήθελαν να φτιάξουν κοινή ορχήστρα δεν τον ακολούθησε στο υπόγειο της οδού Χέιδεν, το οποίο ήταν διακοσμημένο με εικόνες και αντικείμενα από την αμερικάνικη Δύση. Για να μπούμε στο Ροντέο περνούσαμε από μια ξύλινη ανοιγοκλειόμενη πόρτα τύπου σαλούν.
Μπορεί στον τραγουδοποιό να άρεσαν τα γουέστερν, αλλά το σκηνικό ερχόταν σε αντίθεση με τη φιγούρα ενός πρωτοπόρου της αντικουλτούρας. Επιπλέον, επιβεβαίωνε το παρατσούκλι «ο καμπόης», που προσπαθούσε να του κολλήσει το καλλιτεχνικό περιβάλλον των μπουάτ, επειδή τόσο στην εμφάνιση όσο και στο ρεπερτόριο, με την κιθάρα και τα αμερικάνικα τραγούδια, ξέφευγε από την επικρατούσα περί ελληνικότητας ευθεία που ακολουθούσαν, στα βήματα του Χατζιδάκι και του Θεοδωράκη, οι συνομήλικοί του Μαρκόπουλος, Ξαρχάκος, Λοΐζος, Κουγιουμτζής, Λεοντής κ.ά. Ητανε κι ο Μπομπ Ντίλαν που έριχνε τη σκιά του στον Σαββόπουλο με τα τραγούδια διαμαρτυρίας και με τους στίχους που συχνά δεν έβγαζες νόημα, και που η ομορφιά τους είχε να κάνει με την ελευθερία και τα υπονοούμενα των λέξεων και όχι με τη σαφήνεια της «υπόθεσης» των τραγουδιών.
Πρωτιά με Ντίλαν
Παρ' όλο που ο έλληνας τροβαδούρος τόνιζε περισσότερο τη σχέση του με τους διανοούμενους της αριστερής όχθης του Σηκουάνα, τον Μπρασένς και τον Πρεβέρ, η παρουσία του Ντίλαν στο έργο του την περίοδο 1965-'75 είναι πιο χειροπιαστή.
Ο Σαββόπουλος υπήρξε από τους πρώτους που τραγούδησαν Ντίλαν. Ο Σαββόπουλος υπήρξε από τους πρώτους που τραγούδησαν Ντίλαν. Ανατρέχοντας στις δεύτερες εκτελέσεις τραγουδιών του Ντίλαν διεθνώς, διαπίστωσα ότι ο Σαββόπουλος είναι από τους πρώτους καλλιτέχνες παγκοσμίως (αν όχι ο πρώτος) που όχι μόνο τραγούδησαν συνθέσεις του Ντίλαν, αλλά τις διασκεύασαν και τις ηχογράφησαν στη γλώσσα τους. Το «δανεικό» απόσπασμα στο «Βιετνάμ γιε-γιε» είναι πολύ πρώιμο, αν σκεφτεί κανείς ότι το 1966 που κυκλοφόρησε το «Φορτηγό», ο Ντίλαν ήταν λίγο γνωστός έξω από το αμερικάνικο αντιπολεμικό κίνημα.
«Οι πίσω μου σελίδες» που συμπεριλαμβάνονται στο «Περιβόλι» ('69) ήταν ένα τραγούδι του '64, ακυκλοφόρητο στην Ελλάδα, το οποίο έγινε ευρύτερα γνωστό από τους Byrds το '67. Το ίδιο και με δύο τραγούδια από το άλμπουμ «John Wesley Harding» ('67) στον «Μπάλλο» ('71, «Ο Παλιάτσος κι ο Ληστής», που είχε διασκευαστεί με πολλή φαντασία από τον Τζίμι Χέντριξ) και στο «Βρώμικο Ψωμί» ('72, «Αγγελος Εξάγγελος»). Σε μια εποχή που οι πληροφορίες αλλά και οι δίσκοι έφταναν στη χώρα, όσοι έφταναν, με μεγάλη χρονική καθυστέρηση, λίγοι άνθρωποι, σαν τον Τάσο Φαληρέα, ήταν καλά ενημερωμένοι.
Η εγκαθίδρυση της «εθνοσωτηρίου επαναστάσεως» της 21ης Απριλίου έσπρωξε τον Σαββόπουλο βαθύτερα στην αλληγορία, όχι μόνο λόγω των επιρροών του από τους μπίτνικς και τους γάλλους «ιντελεκτουέλ», αλλά και λόγω των αυστηρών περιορισμών της λογοκρισίας που προϋπήρχε της χούντας και είχε αφήσει εκτός δισκογραφίας τη «Συγκέντρωση της ΕΦΕΕ», την «Παράγκα» και άλλα εξαίρετα κομμάτια, τα οποία, αν και γράφτηκαν πριν από τη δικτατορία, κυκλοφόρησαν αναδρομικά το '75 («Δέκα χρόνια κομμάτια»).
Αλλά και τα τραγούδια που αποτελούν το «Περιβόλι» γεννήθηκαν σε αντίξοες συνθήκες. «Το καλοκαίρι του '67 γράφτηκαν η "Θαλασσογραφία", "Σαν παλιό ρεμπέτικο", "Οι πίσω μου σελίδες", "Είδα την Αννα κάποτε"...», λέει ο Διονύσης, ο οποίος ξαφνικά συνελήφθη, κλείστηκε στα κρατητήρια της Μπουμπουλίνας ως ύποπτος για αντικαθεστωτική δράση και έτυχε της «αναλόγου μεταχειρίσεως». «Σ' αυτό το δεκαπενθήμερο έγραψα το "Κι αν βγω απ' αυτή τη φυλακή" με το μυαλό, χωρίς χαρτί και μολύβι, και τη "Θεία Μάνου"!».
Παρών στο Μάη του ,68
Η κατάσταση χειροτέρευε. Εκτός από τους χιλιάδες φυλακισμένους και εκτοπισμένους, είχαν αρχίσει και οι δίκες των πρώτων αντιστασιακών. Το ελληνικό τραγούδι δεν εξαφανίστηκε, αλλά η λογοκρισία και οι απαγορεύσεις τού φόρεσαν σιδερένια παπούτσια.
«Εγώ δεν μπορούσα, δεν άντεχα να ζήσω στην Ελλάδα! Με είχε πειράξει αυτό το πράγμα, βιολογικά και ψυχολογικά», σκέφτεται δυνατά.
Ετσι, στα γεγονότα του γαλλικού Μάη, το '68, βρέθηκε με πλαστά χαρτιά στο Παρίσι, ακολουθώντας την τάση φυγής που επικράτησε όταν η πολιτιστική ασφυξία δεν ήταν καθόλου μικρότερη από την πολιτική. Με συντροφιά την Ασπα, έγραψε την «Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη», που αναφερόταν στον Τσε. Ακροατές οι παρεπίδημοι Αχιλλέας Θεοφίλου, Αλέξης Κυριτσόπουλος, Στέλιος Ράμφος, Αγγελος Ελεφάντης, Αλέκος Φασιανός...
Αλλά κι εκεί, αδιέξοδο. Τη μέρα της αντισυγκέντρωσης του Ντε Γκολ, το ζευγάρι, με οτοστόπ και μεγάλη ταλαιπωρία, φτάνει στο Μιλάνο όπου ο Διονύσης συνθέτει «Τα παιδιά που χάθηκαν» και «Το Περιβόλι». Με το «Ντιρλαντά» και τη «Συννεφούλα», που διασκευάζεται σε εμβατήριο, συμπληρώνεται το υλικό για το δίσκο. Μια σοβαρή προσπάθεια να ηχογραφηθεί στην Ιταλία για λογαριασμό της Ελέκτρα, ματαιώνεται μόλις η Ασπα μένει έγκυος.
«Υπάρχουν κι άλλα τραγούδια που θα μπορούσαν να 'ναι στο "Περιβόλι", αποκαλύπτει ο συνομιλητής μου. «Το "Ολαρία", η "Θανάσιμη μοναξιά" και το "Κι αν βγω απ' αυτή τη φυλακή", μόλις τα είδε ο Πατσιφάς, μου είπε "βάλ' τα αυτά σε μια γωνιά, σε παρακαλώ". Εγώ ξαναέδωσα τη "Φυλακή" για το "Βρώμικο ψωμί", ανακατεύοντας τον Δημοσθένη και την Ολυνθο για να δείξω μια αρχαιοπρέπεια», προκειμένου να περάσει το τραγούδι απ' τη λογοκρισία.
Οταν ο Διονύσης ανανέωσε τις εμφανίσεις του στο Ροντέο, με καλό μεροκάματο χιλίων δραχμών (ο Κόκοτας έπαιρνε επτά χιλιάδες στα Δειλινά), ο Παύλος Ζέρβας είχε εξαφανίσει τους «γελαδάρηδες» από το ντεκόρ του μαγαζιού του.
Η απήχηση του τροβαδούρου μεγάλωνε, το κοινό αυξανόταν και γινόταν πιο πολύχρωμο ιδιαίτερα μετά την επιτυχία του «Ντιρλαντά», που έμελλε να μπλέξει τον Σαββόπουλο σε δικαστική διαμάχη με τον καπετάν Γκίνη, ο οποίος διεκδίκησε και κέρδισε την πατρότητα του νησιώτικου τραγουδιού.
Αλλη μια παρενέργεια της επιτυχίας ήταν ότι καπέλωνε το έργο και τη φυσιογνωμία που προσπαθούσε με άποψη να διαμορφώσει ο καλλιτέχνης. Θυμάμαι την έντονη αντίδρασή του στις παραγγελίες (συνηθισμένες στα μπουζούκια, αλλά και στις μπουάτ) που γίνονταν για ένα τραγούδι το οποίο είχε αφαιρεθεί από το πρόγραμμα για τους παραπάνω λόγους, από ένα κοινό που κατέβαινε στο Ροντέο για να δει τον «παράξενο» καλλιτέχνη, ο οποίος, προτού κάνει γκραν σουξέ με το «Ντιρλαντά», είχε προκαλέσει αίσθηση με την ελευθεριάζουσα «Ζωζώ». Κι ακόμα με τη «Συννεφούλα», η οποία διατάρασσε τα συντηρητικά ήθη διαλαλώντας την ανεκτικότητα για μια αγαπημένη που είχε το ελεύθερο να τριγυρνάει «μ' όποιον θέλει κάθε βράδυ»! Σε καιρούς που τέτοιες εκτροπές τιμωρούνταν με γενική αποδοκιμασία.
Παράδοση και ροκ
Με το «Περιβόλι» ο Σαββόπουλος συνεχίζει να απομακρύνεται από τα κυρίαρχα ρεύματα, εμβαθύνοντας με δικούς του όρους τη σχέση με την ελληνική παράδοση και δημιουργώντας παράλληλα αυτό που, αν όχι στην κυριολεξία, τουλάχιστον συμβολικά χαρακτηρίζεται ως η κορωνίδα του ελληνικού ροκ, βοηθώντας στην εδραίωση μιας δυναμικής σκηνής με πρωταγωνιστές τους MGC που παίζουν στον Λεωνίδα στην Πλάκα και μετεξελίσσονται σε Εξαδάκτυλο, τα Μπουρμπούλια, We Five, Socrates (από Persons), Πελόμα Μποκιού, Poll κ.ά.
Το συγκριτικό πλεονέκτημά του (συνθέτης-στιχουργός-οργανοπαίχτης-τραγουδιστής) τον διευκολύνει να ξεδιπλώσει τους πνευματικούς και καλλιτεχνικούς του προσανατολισμούς χωρίς να πτοείται από τις αντιρρήσεις των φίλων που απέκτησε με το ρηξικέλευθο «Φορτηγό».
«Ο λεγόμενος προοδευτικός κόσμος έχει πολλά στερεότυπα. Πολλές φορές δεν είναι ανοιχτός», επισημαίνει αναλογιζόμενος τις αντιδράσεις στα ντραμς κ.λπ. «Βέβαια, πλάκωσε ένας άλλος κόσμος, σαφώς λιγότερο πολιτικοποιημένος αλλά καθόλου αναίσθητος», προτού επιστρέψουν οι δικοί του.
Η επιλογή να μη θέτει όρια στις αισθητικές του αναζητήσεις, του επιτρέπει να δημιουργήσει ένα είδος τραγουδιού πρωτότυπο και διαρκώς εξελισσόμενο. Με το «Περιβόλι» ξεκολλάει από το «Φορτηγό» (κιθάρα-τραγούδι) εμπλουτίζοντας τη θεματολογία του και τον ήχο του. Στην παλιά Κολούμπια, με βασικό ηχολήπτη τον Γιώργο Κωνσταντόπουλο, ο Γιώργος Κοντογιώργος, με νεοκυματικές επιτυχίες στο ενεργητικό του, βάζει καινούρια όργανα και μουσικές φράσεις στα τραγούδια του Σαββόπουλου, πιο κοντά στο φολκ ροκ. «Του χρωστάω πάρα πολλά», λέει με έμφαση ο Διονύσης.
Εγγαμος πλέον και πατέρας του νιόφερτου Κορνήλιου, ο Σαββόπουλος δεν ανήκει στα παιδιά των λουλουδιών, όπως απεικονίζονται στο ωραιότατο χίπικο εξώφυλλο του φίλου του απ' τη Θεσσαλονίκη Στέργιου Δελιαλή, το οποίο διαλέγει ως πιο εμπορικό ο Αλέκος Πατσιφάς, αντί για το σχέδιο που προτείνει ο Ηλίας Παπαγιαννόπουλος για το δίσκο που κυκλοφορεί από τη Λύρα, τέλη του 1969.
Τη χρονιά που η κηδεία-διαδήλωση του Γεωργίου Παπανδρέου, η καταδίκη δις εις θάνατον του Αλέκου Παναγούλη, ο τραυματισμός από βόμβα του καθηγητή Σάκη Καράγιωργα και οι πρώτες πράξεις αντίστασης κατά της δικτατορίας πότιζαν το σπόρο της αμφισβήτησης, τα τραγούδια του Σαββόπουλου έριχναν φως στην καταθλιπτική και γκρίζα εποχή, όχι με συνθήματα και αναμασήματα αλλά με καινούριες ιδέες, ποιητικές μεταφορές και εναλλακτικές προτάσεις καθημερινού στοχασμού.

You Might Also Like

0 σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Δημοφιλείς 30 ημέρες

Δημοφιλείς 7 ημέρες