Κώστας Βουτσάς

Ηθοποιός. Γεννήθηκε στον Βύρωνα, ζει στο Κολωνάκι. Έχασε πρωταγωνιστικό ρόλο πλάι στην Τζέιν Φόντα, επειδή δεν ήξερε αγγλικά.
ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΔΙΟΣΚΟΥΡΙΔΗ
Γεννήθηκα στην Αθήνα, το 1931. Υπάρχουν τρεις ηλικίες: ο νέος, ο μεσήλικας και ο «μια χαρά είσαι». Εγώ είμαι στο τελευταίο.
Ο πατέρας μου ήταν εργοδηγός. Πήγαμε στη Θεσσαλονίκη πριν τον πόλεμο και μείναμε εκεί. Δεν νιώθω Αθηναίος, νιώθω περισσότερο Θεσσαλονικιός. Έμεινα εκεί μέχρι το 1953. Ήμασταν κομπλεξικοί απέναντι στην Αθήνα και τότε. Λέγαμε ότι είμαστε πολύ καλύτεροι από τους Αθηναίους. Είχαμε το κόμπλεξ της συμπρωτεύουσας. Πουθενά στον κόσμο δεν έχω ακούσει να υπάρχει συμπρωτεύουσα. Όλα ήταν, βέβαια, επιφανειακά. Στη Θεσσαλονίκη, φυσικά, δεν μπορούσες να πετύχεις. Θυμάμαι, όταν έφευγα, πήρα μια πέτρα μαύρη και την έριξα πίσω μου. Την αγαπώ, αλλά δεν ήθελα ποτέ να γυρίσω καλλιτεχνικά εκεί πέρα.
Στην Αθήνα πάντα έμενα στο Κολωνάκι. Δεν το αφήνω με τίποτα. Είναι όλα μέσα στα πόδια σου. Όταν τα σπάσανε, ήμουν μπροστά. Δεν τα έσπασαν τα παιδιά, αλλά προβοκάτορες, άνθρωποι της εξουσίας. Τα παιδιά ήταν πολύ ωραία. Για όσους τα βάζουν με τους μετανάστες επίσης, εγώ είμαι με τους μετανάστες. Γιατί και εμείς είμαστε λαός μεταναστών. Κάποτε, στο γαλλικό λεξικό «greek» σήμαινε κλέφτης και το άλλαξε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής.
Πολιτικά, δεν έχω ασχοληθεί και ούτε θέλω. Ψηφίζω πάντα ΚΚΕ εξαιτίας του πατέρα μου. Ήταν κομμουνιστής και ταλαιπωρήθηκε πάρα πολύ. Εγώ δεν είμαι. Θέλει κότσια για να είσαι.
Στην Αθήνα μετακομίζουν τα πόστα. Στην εποχή μου ήταν η Φωκίωνος Νέγρη. Εκεί μαζευόμασταν όλοι. Στο Select και στη Θράκα. Όλοι ήταν εκεί, σκηνοθέτες, ηθοποιοί και πολλές γυναίκες. Γινότανε χαμός. Πώς είναι τώρα στο Γκάζι; Δεν μπορούσαμε να περάσουμε. Βγαίνω στο Κολωνάκι στο Tops, στο Γκάζι στο Mamaca's, πηγαίνω συχνά στο Villa Mercedes. Μου αρέσει πολύ. Κάθομαι, τρώω, και μετά βλέπω πώς γίνεται το clubbing.
Η καταξίωση ήρθε όταν είχα ζήτηση. Όταν κατάλαβα ότι με θέλανε, πίστεψα ότι άξιζα. Το σταριλίκι το θεωρούσα ανούσιο. Αν δεν σε αναγνωρίσει το σινάφι, δεν κάνεις τίποτα. Το κοινό σε καθιερώνει, αλλά το σινάφι σε αναγνωρίζει. Η πρώτη μου ταινία ήταν κομπάρσος στο Ο μπαμπάς εκπαιδεύεται. Τότε το όνειρο, αν ήσουν συνειδητοποιημένος θεατρίνος, ήταν το θέατρο. Το λίκνο, δεν υπάρχει τίποτα άλλο. Μόνο με αυτό καταξιώνεσαι. Αν δεν παίξεις εκεί, δεν είσαι ηθοποιός.
Ήμουνα με τη Σπεράντζα Βρανά μια εποχή. Δεν ήμουν τίποτα τότε. Ένας ηθοποιάκος. Και έχει σημασία αυτό, γιατί η Σπεράντζα με εκτίμησε σαν άνδρα. Είχα και άλλους κρυφούς δεσμούς. Δεν θα σου πω. Ήταν και συνηθισμένο τότε. Μέσα στο θέατρο, όμως, δεν μένει τίποτα κρυφό. Είναι απίστευτα κουτσομπόληδες.
Με τη Μάρθα Καραγιάννη ταιριάξαμε πολύ ως κινηματογραφικό ζευγάρι. Ποτέ δεν είχαμε τίποτα. Γιατί, αν είχαμε κάτι, δεν θα μιλάγαμε σήμερα. Είμαστε πολύ φίλοι τώρα. Αυτό που είχε πει η Μάρθα για μένα ήταν: «Δεν τον είχα βρει ποτέ ελεύθερο». Με ρωτάνε πολλές φορές οι δημοσιογράφοι αν μου αρέσει η γυναίκα και μου φαίνεται περίεργο. Μα δεν είναι φυσικό ένας αρσενικός να κυνηγάει τα θηλυκά; Εξάλλου, δεν ήμουνα ποτέ στημένος, πάντα ήμουνα «κυνηγιάρης».
Δεν έκανα ποτέ τον σταρ όταν φλέρταρα. Αντιθέτως, δεν ήθελα να γίνει ποτέ αιτία η δουλειά μου για να κάνω σχέσεις. Μου φαινόταν ύποπτο, αν μου την πέφτανε. Εγώ κυνηγούσα, γιατί έτσι μου άρεσε. Δεν είχα δεσμό ποτέ στο θίασο. Είχε απαιτήσεις αυτό. Αν έκανα ποτέ κάτι, θα το έκανα στο τέλος της σεζόν, προς το Πάσχα.
Ο μεγαλύτερος γυναικάς απ' όλους ήταν ο Αλεξανδράκης. Δεν του γλίτωνε γυναίκα. Ο Χατζηχρήστος, ο Ρίζος, ο Μπάρκουλης. Το «κορίτσια, ο Μπάρκουλης» βγήκε σε μια παρέλαση στο Καλλιμάρμαρο. Μια κοπέλα το φώναξε και έμεινε. Χάλασε και η παρέλαση, έτρεξαν όλα τα κορίτσια με τις ποδιές στον Μπάρκουλη. Είχαμε πολλές τέτοιες εκδηλώσεις θαυμασμού. Μια φορά, στα Τέμπη, πέσανε πάνω μου και παραλίγο να με πετάξουν από τη γέφυρα.
Δεν υπήρχαν παπαράτσι τότε. Μόνο μια εφημερίδα, του Κουβελογιάννη, και η «Βραδυνή», που είχε τα κουτσομπολιά. Τα περισσότερα σχόλια ήταν κριτική στις ερμηνείες μας και όχι στη ζωή μας. Κάθομαι και κοιτάω τα κοσμικά και γελάω. Λένε κάτι επώνυμα και τίποτα άλλο. Ούτε ξέρεις ποιοι είναι αυτοί. Τα διαβάζουν, φαίνεται, μόνοι τους και περηφανεύονται. Το να είσαι επώνυμος είναι κάτι. Ο Βουτσάς και η Ντενίση, π.χ., που θα ανεβάσουν κάτι στο θέατρο.
Τότε δεν υπήρχαν τα μέσα. Τώρα βγαίνει το Star και λέει πως η τάδε «ξύνει τον κώλο της». Δεν μπορώ να πω, βέβαια, ότι τα μέσα είναι άδικα και σκληρά, γιατί έτσι εξελίχθηκε η ζωή μας. Ο καθένας θέλει να βγει μια φωτογραφία και να εμφανιστεί κάπου. Ήμασταν πιο λίγοι τότε. Άλλος πολιτισμός τότε, άλλος κόσμος.
Μου έτυχε μια φορά να παίξω σε μια μεγάλη ταινία στο εξωτερικό, με την Τζέιν Φόντα. Ήθελαν έναν Έλληνα ηθοποιό να παίξει τον οδηγό. Πήγαν πολλοί ηθοποιοί. Εγώ μόλις είχα κάνει μια ταινία με τον Βέγγο, το Αστροναύτης για δέσιμο. Πάω στη Μεγάλη Βρετανία, χωρίς να ξέρω λέξη αγγλικά. Άρχισα να κουνιέμαι και να κάνω διάφορα. Του άρεσα του σκηνοθέτη και με επέλεξε. Μετά καταλαβαίνω ότι ήταν πρωταγωνιστικός ρόλος και τον έχασα επειδή δεν ήξερα αγγλικά.
Εγώ πια παίρνω μικρούς ρόλους στον κινηματογράφο. Και εκεί και στην τηλεόραση τα θέματα είναι νεανικά. Να κάνω τον πατέρα, κάνα παράξενο γέρο. Το κάνω επίτηδες, για να δικαιολογήσω τα 61 χρόνια καριέρας. Λογικό είναι να κάνω τον παππού. Για να υπάρχω, πρέπει να συμβαδίζω με την εποχή μου.
Όπως είπε και ο Βάιντα: «Τα τέρατα της υποκριτικής υπάρχουν στους κωμικούς». Γιατί αυτοί έχουν το timing. Δεν με ξένισε έτσι να παίξω τον γκάνγκστερ. Βγαίνει κάποιο γέλιο όταν εμφανίζομαι λόγω και του παρελθόντος μου.
Δεν τρόμαξα με το θέμα του έργου. Βλέπεις αυτό που είναι η ζωή μας: φόνοι, ναρκωτικά, βαποράκια, transexual, αδερφές, κλέφτες. Παλιά, ήταν η εποχή τέτοια, που δεν είχε βρομιά. Γι' αυτό ήταν έτσι και οι ταινίες μας. Βγες έξω να κοιτάξεις έναν, θα σου πει «γιατί με κοιτάς στα μάτια, ρε;». Ξέρεις σήμερα ποιοι μένουν στην πολυκατοικία σου; Δεν ξέρεις. Δεν υπήρχε τότε εγκληματικότητα. Γι' αυτό και οι ταινίες ήταν αγνές. Τα παιδιά έβγαιναν έξω στις αλάνες. Τώρα, πρέπει να πας σε ειδικό γυμναστήριο και σε ποδόσφαιρο για πέντε.
Σαν την Ελλάδα δεν υπάρχει τίποτα άλλο. Το εξοχικό του Θεού. Και οι Έλληνες είμαστε απείθαρχοι, κλέφτες, εμφύλιο πόλεμο είχαμε, απατεώνες, κρυψίνοες, τεμπέληδες. Όλα τα καλά έχουμε. Είμαστε, όμως, και αγωνιστές. Δεν τα παρατάμε με τίποτα.
Δεν με κουράζει η αγάπη του κόσμου. Είναι ανιδιοτελής. Δε με αγαπάει γιατί είμαι υπουργός. Δεν είμαι ο Λαμπράκης. Αν μου κάνουν κάνα σχόλιο για το πάχος μου, κάνω ότι δεν καταλαβαίνω. Δεν πρέπει να τον αγνοείς τον κόσμο, γιατί προσβάλλεται. Θυμώνει. Μια φορά, στην Αμερική, η γυναίκα μου πήγε να ζητήσει αυτόγραφο από τον Άντονι Κουίν και αυτός τής μίλησε άσχημα και το πήρε και το έσκισε. Ενώ η Τζίνα Ρόουλαντς το υπέγραψε και είπε εκατό φορές ευχαριστώ. Τι θα πάθεις, ρε μαλάκα; Θα γράψεις Άντονι Κουίν! Ο κόσμος μπορεί να ξεχάσει αυτά που του έχεις πει, αλλά δεν θα ξεχάσει ποτέ αυτά που τους έκανες να αισθανθούν.

You Might Also Like

0 σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Δημοφιλείς 30 ημέρες

Δημοφιλείς 7 ημέρες