Αρλέτα

Της ΧΡΥΣΟΥΛΑΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ
Δεκάδες μικρές κουκλίτσες, πίσω από το τζάμι ενός ξύλινου επίπλου, με παρακολουθούν να μπαίνω στο σαλόνι της Αρλέτας. Είναι όλες φαλακρές. Ετσι της αρέσουν. Τις έχει μαζέψει μία μία από το Μοναστηράκι.
Σε μια άλλη γωνία στέκονται παραταγμένες οκτώμισι κιθάρες. Οκτώ και μία μικρούλα. Μία από αυτές θα πάρει μαζί της στη συναυλία με τίτλο «Και πάλι χαίρετε», αύριο στο Θέατρο Παπάγου, παρέα με τον Χρήστο Θηβαίο και τον Γιώργη Χριστοδούλου.
Παράλληλα ετοιμάζει για τον Σεπτέμβριο και έναν δίσκο. Είναι, λοιπόν, αλήθεια: Υστερα από μια σοβαρή ασθένεια, η Αρλέτα και πάλι χαίρεται. Κι ας επανεμφανίζεται... εν μέσω καπνοαπαγόρευσης:
Στη γειτονιά των «ανεπιθύμητων»
«Συμφωνώ να υπάρχουν αυστηρά μέτρα για το καλό των νέων ανθρώπων. Αλλά αυτό είναι κάτι που έπρεπε να φροντίζει η οικογένεια. Δεν μπορείς να επιβάλλεις σε έναν ενήλικο μέτρα για την υγεία του. Φοβάμαι πως όλα γίνονται για το χρήμα. Οπως και με τη γρίπη των χοίρων. Την έχουν κηρύξει πανδημία, ενώ δεν δικαιολογούν κάτι τέτοιο τα κρούσματα. Και πλουτίζουν οι φαρμακευτικές εταιρείες. Ας κοίταγαν να καθαρίσουν πρώτα την Αθήνα, να την κάνουν πιο ασφαλή», λέει.
«Μεγάλωσα και έζησα στο τρίγωνο του διαβόλου: Μεταξουργείο-Εξάρχεια-Κυψέλη. Είναι το χωριό μου, που το αγαπάω. Ομως, οι συνθήκες όσο πάνε και χειροτερεύουν. Το μόνο καλό είναι ότι τα Εξάρχεια παραμένουν η πιο ανεκτική γειτονιά της πόλης. Εκεί έβρισκαν ανέκαθεν καταφύγιο οι "ανεπιθύμητοι". Δεν μπορείς να αστυνομεύσεις μια τέτοια γειτονιά, παρά μόνο με εξαιρετικά προσεκτικό τρόπο».
- Νιώθετε ότι έχετε ανάγκη να σας υπερασπιστούν από κάτι;
«Εχω ανάγκη να μη μου επιτίθενται. Φυσικά, δεν μου αρέσει το θέαμα της Ομόνοιας και του Αγιου Παντελεήμονα. Παλιά, τις Κυριακές τα ξημερώματα, πηγαίναμε με τον Γιώργο Ιωάννου στην Ομόνοια για να αγοράσουμε εφημερίδες. Τώρα τα ανοιχτά μέρη της Αθήνας δεν είναι ασφαλή. Πίνουν χειρότερα οι άνθρωποι. Ακόμα και το σκυλάδικο μοιάζει να είναι πιο πολιτισμένο από ένα μπαρ, όπου κανείς πίνει μέχρι να πέσει ξερός».
- Πηγαίνατε σε σκυλάδικα;
«Στα παλαιού τύπου. Εννοώ τα αυθεντικά, της Εθνικής. Μια φορά, μάλιστα, στα "Αραπάκια", όπου εμφανιζόταν ο Φλωρινιώτης, με corps ballet τις αδερφές Γαρμπή, είχα παραγγείλει τσάι με λεμόνι. Μου το έφεραν. Ευγενέστατοι... Μ' άρεσαν και τα μπουζούκια. Τα πρόλαβα στην καλή εποχή τους. Πήγαινα συχνά στον Μιχάλη Δασκαλάκη, στο Πικέρμι. Τότε ο κόσμος χόρευε με κανόνες. Απαγορευόταν να χορέψει άλλος τη δική σου παραγγελιά. Παρ' όλο που δεν χορεύω, μου άρεσε να τους βλέπω να χορεύουν».
- Σας αρέσει να παρατηρείτε τους ανθρώπους;
«Δύο είναι οι επιλογές: ή παρατηρείς ή σε παρατηρούν. Προτιμώ το πρώτο. Γι' αυτό κρύβομαι. Ακόμα κι από τη σκηνή. Μόνο δύο φορές στη ζωή μου έκανα σεζόν. Από μικρό παιδί, δεν είχα καλή υγεία, δεν το άντεχα. Φοβόμουν κιόλας να παίζω ζωντανά. Αλλωστε, συμπτωματικά ξεκίνησα: Μόλις είχα μπει στην Καλών Τεχνών και μου έτυχε να κάνω έναν δίσκο. Και είπα "γιατί όχι;"»
- Είναι καλός σύμβουλος το «γιατί όχι;»
«Ημουν στην ηλικία όπου μαζεύεις εμπειρίες. Για καλή μου τύχη -αν και προσωπικά πιστεύω ότι ήταν κακή- ο πρώτος δίσκος είχε μεγάλη επιτυχία».
- Και γιατί ήταν «κακή σας τύχη»;
«Οταν κάνεις μια επιτυχία χωρίς να την επιδιώκεις, δεν ξέρεις να τη διαχειριστείς. Τρομοκρατήθηκα. Δεν είχα κανέναν έμπιστο να με βοηθήσει. Μου πήρε πολύν καιρό να συνηθίσω. Στην αρχή με αρρώστησε. Και... συνεχίζει: Τα τελευταία δέκα χρόνια, έχω αρρωστήσει πέντε φορές».
- Σας άλλαξαν αυτές οι περιπέτειες;
«Οι αρρώστιες, αν δεν σε σκοτώσουν, σε βαθαίνουν. Είναι μεγάλο σχολείο. Μαθαίνεις πράγματα για τους ανθρώπους και τον εαυτό σου. Μετράς τις δυνάμεις σου. Με την τελευταία ιστορία, έπεσα στον πάτο. Λάζαρο έπρεπε να με λένε μετά από αυτό, όχι Αρλέτα».
- Ετσι επιλέξατε να τιτλοφορήσετε τον καινούριο σας δίσκο και τη συναυλία «Και πάλι χαίρετε».
«Ναι. Το cd είναι διπλό, με ενορχηστώσεις του Βασίλη Ρακόπουλου. Το ένα περιλαμβάνει καινούρια κομμάτια. Ενα μιλάει για τα Εξάρχεια, σε στίχους της κουμπάρας μου, της Σάνυς Μπαλτζή. Το άλλο cd θα έχει παλιότερα τραγούδια, όπως τα "Μια φορά θυμάμαι", "Μπατίντα", "Τα ήσυχα βράδια", αλλά με ήχο πιο ηλεκτρονικό. Ορισμένα θα είναι ρεμίξ».
Και εμπορικό και ποιοτικό
- Εκτός από την πόλη, αλλάζει λοιπόν και η μουσική.
«Δεν είμαι από τους ανθρώπους που κυνηγάνε την εποχή. Δεν τα πάω καλά με το τρέξιμο, κι ύστερα έχω δική μου εποχή. Είμαι παιδί των δεκαετιών του '60 και του '70. Ευτυχώς ο κόσμος με αγαπάει. Δεν ξέρω γιατί. Ποτέ δεν τον κολάκεψα. Ισα ίσα που τσακωνόμαστε. Κάποτε, μάλιστα, ακούστηκε ένα μεγάλο ψέμα, ότι έσπασα μια κιθάρα σε ένα κεφάλι. Αλλά ποτέ δεν θα το έκανα αυτό σε μια κιθάρα».
- Και πώς σας φαίνονται τα πιο light τραγούδια που ακούν σήμερα οι νέοι;
«Δεν έχω τίποτα εναντίον του light. Μεγάλωσα, όμως, σε μια εποχή που ένα τραγούδι μπορούσε να είναι ταυτόχρονα εμπορικό και ποιοτικό. Και ίσως γι' αυτό αρκετοί νέοι με ακούν ακόμα. Θα θυμάμαι πάντα την απάντηση μιας 16χρονης σε μια συναυλία: "Είστε το μόνο πράγμα για το οποίο δεν διαφωνώ με τη μαμά μου"».

You Might Also Like

0 σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Δημοφιλείς 30 ημέρες

Δημοφιλείς 7 ημέρες