«Ο Διδάχος» (ο δάσκαλος). χρονογράφημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη που δημοσιεύτηκε το 1906


Ανάμεσα εις τα τόσα νεοπλάσματα των ποικιλώνυμων συλλόγων, κοντά εις τας διαφόρους Αναστάσεις, Αναμορφώσεις, Αναγεννήσεις, Αναζυμώσεις και Αναπλάσεις, τας επαγγελλομένας την διόρθωσιν -επειδή μεταξύ όλων των επαγγελμάτων, εις όλον το Γένος, περνά εξόχως το επάγγελμα της θρησκείας, καθώς και το του πατριωτισμού- εδοκίμασε και ο περί ου ο λόγος, ο Θεόδωρος Χρυσοβουλλίδης, να συστήση και αυτός ένα σύλλογον. Είναι αληθές, ότι εχρημάτισε προς καιρόν μέλος εις όλους τους άνω ρηθέντας συλλόγους και εις πολλούς άλλους ακόμη, πλην δεν ευδοκίμησεν. Η «μπογιά του δεν περνούσε», καθώς είπεν είς αδιάκριτος φίλος του.
 

Τότε εδοκίμασε να συστήση, ως είπομεν, σύλλογον ιδικόν του. Τον εβάπτισεν η «Αναβίωσις». Αλλά δεν επρόκοψεν. Μόλις δέκα ή δώδεκα συγκατένευσαν, μετά πολλάς προσπαθείας του Χρυσοβουλλίδου, να εγγραφώσι μέλη. Ολίγιστοι προκατέβαλον μονόδραχμά τινα. Αλλοι υπεγράφησαν διά να πληρώσουν, αλλά δεν επλήρωσαν. Τέλος εφαγώθη ένα γκιουβέτσι, εψάλησαν άσματα τινα θρησκευτικά και πατριωτικά και ο σύλλογος διελύθη.
 

Μετ' ολίγον καιρόν, πάλιν νέαν απόπειραν έκαμεν ο Θεόδωρος διά να συμπήξη ένα σύλλογον, η «Ανακαίνισις». Πέντε ή εξ ενεγράφησαν. Κανείς δεν έδωκε λεπτόν. Ούτε γκιουβέτσι, ούτε άσματα. Ο δεύτερος σύλλογος απεδείχθη νεκροτόκιον.
 


Τρίτος σύλλογος, η «Αναψύχωσις», εσχεδιάσθη από τον Χρυσοβουλλίδην μετά καιρόν ύστερον, όταν ήρχισαν τα πράγματα να γίνωνται απειλητικώτερα εν Μακεδονία. Αυτήν την φοράν, συνεκεντρώθησαν δεκάδες τινές δραχμών. Μετά πρώτον και δεύτερον γκιουβέτσι, τα πράγματα ήρχισαν πάλιν να κρυώνουν. Ο σύλλογος εναυάγησε και απεδείχθη θνησιγενής, όπως οι προ αυτού.
Εντοσούτω, ο Θεόδωρος δεν απεγοητεύετο, κι εξηκολούθει να περιφέρεται εις εκκλησίας και εις ομηγύρεις, να βγάζη λόγους και να κηρύττη. Ο «αδιάκριτος φίλος» τού είπε μία των ημερών:
- Μα τι τσαμπουνάτε, σεις μερικοί; Το βήμα της εκκλησίας δεν είναι, όπως το βήμα το δικανικόν, το βήμα το πολιτικόν, όπου υπάρχουν ρήτορες και αντιρρήτορες, όπου διακόπτουν ελευθέρως τον αγορεύοντα, όπου δευτερολογούν, και τριτολογούν και συζητούν. Το εκκλησιαστικόν βήμα -ο άμβων- είναι αυστηρόν, αποκλειστικόν, αυθεντικόν. Είς μόνος ομιλεί. Υποτίθεται, ότι λέγει, όχι διδόμενα, αλλά συμπεράσματα, παραδεδεγμένα, αναμφισβήτητα, δόγματα. Δεν επιτρέπονται εκεί αι αυτοσχέδιοι ανοησίαι. Διά τούτο ο είς εκείνος πρέπει να είναι χρισμένος από την εκκλησίαν. Οφείλει να είναι το στόμα της εκκλησίας, επειδή συζήτησις δεν επιτρέπεται, ούτε δευτερολογία, ούτε διακοπή. Ανάγκη άρα να είναι κληρικός.
Διατί δεν γίνεσθε παπάδες, επί τέλους, αν είσθε άξιοι; «Εν τω ναώ δουλεύσετε, εν τω ναώ τραφήσεσθε». Οχι να κάμετε «πορισμόν την ευσέβειαν», άνθρωποι λαϊκοί, κοσμικοί, με στριμμένους μύστακας, με ορθά κολλάρα. Τι καινοτομίαι, τι ξενισμοί, τι λεσχηνείαι (σ.σ.: φλυαρίες) είναι αυτά; Προτεστάνται είμεθα ημείς εδώ;


Υστερα από την ελευθεροστομίαν αυτήν, εξηφανίσθη επί μήνας ο Θεόδωρος και δεν τον έβλεπε πλέον ο «αδιάκριτος φίλος». Ηκουσεν αορίστους φήμας, ότι ο «διδάχος», μεθ' όλην την ηλικίαν και το πενιχρόν εξωτερικόν του, εις το κρυπτόν εζήτει να εύρη «νύφη κοκκώνα» και ότι κατέβαλλε πολλάς προσπαθείας προς τούτο. Ελεγαν ότι δύο ή περισσοτέρας φοράς είχε γελασθή έως τώρα, και ότι είχεν υπάγει μάλιστα εις μίαν πόλιν της Πελοποννήσου προς εύρεσιν του ποθουμένου. Προσέθετον μάλιστα ότι μία παρέα, αγαπώσα μέχρι βαναύσου φορτικότητος να παίζη φάρσες, είχε εκμεταλλευθή την μικροπιστίαν του, και είχε γελάσει εις βάρος του ατυχούς ανθρώπου πολύ απρεπώς.
Τέλος μίαν εσπέραν περί την δύσιν του ηλίου, ο "αδιάκριτος φίλος" είδε μακρόθεν τον Χρυσοβουλλίδην εις εν πεζοδρόμιον της οδού Ερμού, ολίγον παραπάνω από την Καπνικαρέαν, να τρέχη κατερχόμενος προς τα κάτω. Ο "αδιάκριτος φίλος" εις το αντικρινόν πεζοδρόμιον ανήρχετο.
Ο Χρυσοβουλλίδης είδε τον φίλον του, αλλ' έστρεψε βιαστικά το πρόσωπον προς τον τοίχον, κι επροσποιείτο, ότι δεν τον είδε.
Εβγαλε με την αριστεράν από την τσέπην του το μανδήλιον, κι εκάλυπτε τον μύστακα, ως να εσκουπίζετο.
Τούτο έκαμε τον φίλον να κοιτάξη καλύτερα και τότε είδε καθαρά, ότι ο Θεόδωρος είχε βάψει τον λευκόν μύστακα με κόκκινον χρώμα.
- Ε! Θόδωρε! έκραξε γελών ο φίλος. Να ιδούμε αν θα περάση τώρα η μπογιά σου.
Και είτα επέφερε:
- Τώρα είναι καιρός να συστήσης πάλιν κανένα σύλλογον ...και να τον ονομάσης «Ανάβαψις». *
*Σημείωση: έκδοση του Γ. Βαλέτα.
Ο Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλος θεωρεί ότι είναι λανθασμένη η τελευταία λέξη (Ανάβαψις) και ορθή ονομασία του τελευταίου συλλόγου είναι «Ανήβησις».

You Might Also Like

0 σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Δημοφιλείς 30 ημέρες

Δημοφιλείς 7 ημέρες