Μαρία Μπέικου η αντάρτισσα, παραγωγός στο ραδιόφωνο της Μόσχας


Μαρία Μπέικου. Ένοπλη αντάρτισσα, παραγωγός στο ραδιόφωνο της Μόσχας, κουμπάρα και συνεργάτης του Ταρκόφσκι.

Γεννήθηκα στην Ιστιαία Ευβοίας το 1925. Ο πατέρας μου είχε παντοπωλείο, «Αντώνιος Φέρλας και ΣΙΑ» έγραφε η ταμπέλα. Αυτό το «και ΣΙΑ» μου είχε μείνει. Ρωτούσα κάθε τόσο τι σημαίνει.
Θυμάμαι τη γιαγιά μου που έτρεχε συνέχεια από πίσω μου για να με γλιτώσει από τις κακοτοπιές. Όταν πέθανε -ήμουν περίπου πέντε ετών- με πήραν από το σπίτι. Το ίδιο βράδυ την είδα στον ύπνο μου. Ήταν σε μια λατέρνα, το πρόσωπό της όμως ήταν ζωντανό, με τη μαντήλα που έβαζε. Σαν να κουνιόταν. Μου λέει «Μαράκι μου να έχεις υπόψη σου ότι θα είμαι πάντα μαζί σου». Αυτή είναι η πιο έντονη εικόνα που έχω από την παιδική μου ηλικία. Δεν την ξανάδα ποτέ στον ύπνο μου και γενικά δεν έβλεπα όνειρα στη ζωή μου.
Ήμουν φιλάσθενη και με υπερπροστάτευαν στο σπίτι. Δεν πήγαινα πουθενά χωρίς τον αδελφό μου, τον Γιάννη. Είναι χαρακτηριστικό ότι αποφάσιζαν πάντα η μητέρα μου και ο Γιάννης για μένα, ακόμη και για τα ρούχα που θα φορούσα.
Όταν μας επιτέθηκαν οι Ιταλοί, ήμουν στο Γυμνάσιο. Αποφάσισε η τάξη μου να στεφανώσουμε το ηρώον στην πλατεία. Μας κυνήγησαν όμως οι Ιταλοί και από τότε αρχίσαμε να αντιδρούμε. Ξαφνικά, σήκωσα κεφάλι και δεν έλεγα πού πάω. Αρχίσαμε να οργανωνόμαστε στην Αλληλεγγύη, ενώ ήδη απέναντι, στη Ρούμελη, είχε αρχίσει το αντάρτικο. Πήγαινα σχολείο και παράλληλα δούλευα στην ΕΠΟΝ, μάζευα υλικό και έστελνα στους αντάρτες, μιλούσα στα χωριά, εξηγούσα στον κόσμο τι συμβαίνει και τον καλούσα να βοηθήσει. Δεν ήμουν καν 17 ετών ακόμα.
Εφηβικοί έρωτες; Α πα πα πα, ήταν απαγορευμενός καρπός. Πρώτον, ήμουν συνέχεια με τον αδελφό μου και ούτε που το σκέφτηκα. Δεύτερον, υπήρχε χώρος μόνο για την οργάνωση.
Όταν τέλειωσα το Γυμνάσιο, ήρθα στην Αθήνα. Είχαν αποφασίσει να σπουδάσω Ιατρική. Ο αδελφός μου ήταν ήδη εδώ. Τη μέρα που έφτασα στο σταθμό ήταν άφαντος. Κατάφερα να φτάσω στο σπίτι και έμαθα πως τον είχαν συλλάβει, ήταν στις Φυλακές Χατζηκώστα. Ευτυχώς, ήξερα πού να πάω για να «συνδεθώ» με την ΕΠΟΝ. Πήγα στο Χημείο και εκεί βρήκα τον Λεωνίδα Κύρκο που με φρόντισε.
Όταν έμαθε ο πατέρας για τον αδελφό μου ήρθε στην Αθήνα. Έφερε λάδι, λίρες, χρησιμοποίησε κάτι γνωριμίες και γλίτωσε τον αδελφό μου. Τη μέρα που άφησαν ελεύθερο τον αδελφό μου ήμουν τόσο καταβεβλημένη που κατέρρευσα. Νοσηλεύτηκα μια εβδομάδα μέχρι που ήρθε ο πατέρας, μας πήρε, και γυρίσαμε στην Ιστιαία.
Γύρισα στο χωριό, όμως δεν μπορούσα να ηρεμήσω. Είχα μάθει για την ομάδα ανταρτισσών στη 13η Μεραρχία του ΕΛΑΣ στο Καρπενήσι και ήθελα να πάω. Πλαστογράφησα την υπογραφή του πατέρα μου και έφυγα για το αντάρτικο. Δεν ήμουν 19 χρονών ακόμα. Μαζί μου ήταν η Θύελλα, η Κούλα Ντάνου και άλλα κορίτσια που πολεμούσαν ισότιμα με τους άντρες. Πήραμε όρκο πως δεν θα υπάρξει καμία ερωτική επαφή με τα αγόρια μέχρι να ελευθερωθούμε.
Υπήρχε στρατιωτική πειθαρχία, γυρίζαμε με τα όπλα. Ποιο είναι το στόλισμα κάθε κοπέλας; Τα μαλλιά της. Στο αντάρτικο όμως τα μαλλιά ήταν πρόβλημα, δεν είχαμε τα μέσα για να τα περιποιηθούμε. Γι' αυτό, είχα την ιδέα να τα κάνουμε κοτσίδες. Τα πλέξαμε και είπαμε πως θα τα κόψουμε τη μέρα που θα απελευθερωθούμε.
Δεν προλάβαμε να θριαμβολογήσουμε για τη νίκη μας. Ξέσπασαν τα Δεκεμβριανά. Ζούσαμε κυνηγημένοι από τους Εγγλέζους, που δεν χρησιμοποιούσαν βόμβες αλλά οπλοπολυβόλα. Μέχρι που έγινε η Βάρκιζα και παραδώσαμε τα όπλα. Έκλαιγα πολύ. Ήταν διαταγή, έπρεπε να παραδώσω τα όπλα μου, όμως μου φαινόταν ακατανόητο. Τότε ήταν που μου έκανε πρόταση γάμου ο Γεωργούλας Μπέικος. Ήταν υπεύθυνος διαφώτισης της μεραρχίας, υπήρχε πάντα ένα σκίρτημα μεταξύ μας, εκδηλώθηκε όμως μονάχα τότε.
Έπρεπε να τον πάω στο χωριό, να τον δουν οι δικοί μου. Φτάνοντας, είδα τους γονείς μου να κάθονται στο τζάκι. Έτρεξα επάνω τους, δεν τους είχα δει από τότε που πέρασα στο Καρπενήσι. Άλλα δάκρυα εκεί. Εγώ μεγάλωσα, ψήλωσα στον ΕΛΑΣ, έγινα κοπέλα, ενώ όταν έφυγα από το σπίτι ήμουν καχεκτική. Στο βουνό όμως όλα μου πέρασαν, γιατρεύτηκα. Το ίδιο βράδυ, όταν έφυγα από το σπίτι, πήγαν και με ζήτησαν για να με συλλάβουν.
Η συζυγική μου ζωή ήταν έξι μήνες. Παντρεύτηκα το Νοέμβριο του 1945 και τον Απρίλιο συνέλαβαν τον Γεωργούλα. Τον έφεραν στην Αθήνα και τον πέρασαν από δίκη. Κατέβηκα και εγώ και άρχισα την παράνομη ζωή. Δεν είχα πού να μείνω, αρρώστησα με φυματίωση, πέρασα τα πάνδεινα. Ο Γεωργούλας έλεγε ότι κινδυνεύω, έπρεπε να φύγω. Και έτσι πήγα στο Δημοκρατικό Στρατό, ήταν η μόνη διέξοδος. Η απόφαση να πάω στον ΕΛΑΣ ήταν επίθεση, στο Δημοκρατικό Στρατό άμυνα.
Όταν υποστήκαμε την ήττα, φύγαμε μέσω Αλβανίας για τη Ρωσία. Εξακόσια άτομα μοιρασμένα σε δυο αμπάρια και εγώ να προσπαθώ να ησυχάσω τις γυναίκες που έκλαιγαν και ήθελαν να γυρίσουν πίσω. Φτάσαμε στην Τασκένδη και ήμουν ένα ηθικό κουρέλι.
Με έβαλαν να σπουδάσω στο Ινστιτούτο Υδροηλεκτρικών Σταθμών - και μόνο που το άκουγα ανατρίχιαζα. Ξαφνικά, με φώναξαν να διαβάσω ένα κείμενο και λίγες μέρες μετά μου είπαν ότι τους άρεσε η φωνή μου και έφυγα για τη Μόσχα. Ήταν το 1952.
Εργάστηκα στο ραδιοσταθμό της Μόσχας. Μαζί με ένα σύντροφο εκφωνητή είχαμε εκπομπή διάρκειας 3,5 ωρών. Εδώ Μόσχα... Εκεί πήρα ένα γράμμα από τον Γεωργούλα και έμαθα ότι τον έχουν καταδικάσει σε θάνατο - ήδη είχε μεταβληθεί η ποινή του σε ισόβια, αλλά δεν το γνώριζα.
Το 1953 άρχισα να σπουδάζω στο Ινστιτούτο Κινηματογράφου. Ήμασταν 15 μαθητές στην τάξη, ανάμεσά του και ο Αντρέι Ταρκόφσκι. Την πρώτη φορά έπρεπε να πούμε δυο κουβέντες για τον εαυτό μας. Όταν μίλησα, έμειναν όλοι με το στόμα ανοιχτό και ‘πέσαν όλοι πάνω μου. Όμως κόλλησα αμέσως με τον Αντρέι. Στο τρίτο έτος που έπρεπε να κάνουμε 100 μέτρα φιλμ για εργασία, μου πρότεινε ο Ταρκόφσκι να γυρίσουμε μαζί με ένα συμφοιτητή ένα διήγημα του Χέμινγουεϊ. Έτσι γυρίστηκαν οι Φονιάδες.
Ήταν μεγαλοφυΐα ο Αντρέι, κρεμόσουν από τα χείλη του. Εγώ του έκανα πάντα κριτική και με άκουγε. Είχα μια σχέση σχεδόν καρμική με τη γυναίκα του, την Ίρμα, βάφτισα το γιο τους. Τη λάτρευε την Ίρμα, γι' αυτό ποτέ δεν δέχτηκα το δεύτερο γάμο του. Μιλούσαμε συχνά στο τηλέφωνο και μου είχε υποσχεθεί πως μόλις τελειώσει τη Θυσία θα έρθει στην Αθήνα. Δεν τα κατάφερε όμως.
Τον Δεκέμβριο του 1959 ο Γεωργούλας βγήκε από τη φυλακή και το 1961 ήρθε με διαπίστευση της «Αυγής» στη Μόσχα. Βρεθήκαμε μετά από 16 χρόνια. Το 1975, επί Καραμανλή, ήρθα στην Αθήνα για να πάρω ιθαγένεια αλλά με ταλαιπώρησαν επί έξι μήνες, δεν μου την έδινα. Τότε έχασα τον Γεωργούλα.
Ήταν η πιο δραματική στιγμή στη ζωή μου. Ήταν ασύλληπτο να μεταφέρω την τέφρα στα χέρια μου. Δεν ήθελα να ζήσω.
Πίσω στην Αθήνα, δούλεψα 25 ώρες το 24ωρο, με συγκροτήματα, στη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, στο Μέγαρο Μουσικής, στην Εθνική Πινακοθήκη. Τώρα παίζω στο Μαζάουερ του Χάινερ Μύλλερ. Είμαι σχεδόν ο κατήγορος.
Έχω άγχος για την παράσταση. Απορείτε; Ε, πως, δεν είναι εύκολο.
Έχω οργή. Οργή εναντίον του συστήματος που υπήρχε και δεν θέλω σε καμιά περίπτωση να επαναληφθούν αυτά που έγιναν. Αγαπώ απέραντα αυτήν τη χώρα και τώρα, αν χρειαστεί, θα δώσω το αίμα μου. Θέλω οι νέοι μας να μάθουν την ιστορία μας, να μαθαίνουν και τη νεότερη ιστορία.

 

Από την Ιατρική στο βουνό
-Στην παράσταση του Θ. Τερζόπουλου εκπροσωπείτε το κομμουνιστικό κατεστημένο το οποίο ζήσατε. Πιστεύετε πραγματικά ότι, εάν οι αριστεροί δεν απείχαν στις εκλογές του '46, θα είχε αποφευχθεί ο Εμφύλιος;
«Διαβάζοντας ως θεατρικός ρόλος την εντολή του κόμματος ακούω και τα λάθη της. Ηταν λάθος η αποχή από τις εκλογές, η γραμμή της καθοδήγησης και οι παρεμβάσεις απ' έξω. Ομως, ο Εμφύλιος ήταν για τους κομμουνιστές άμυνα. Ή θα στεκόμασταν να φυλακιστούμε και να εκτελεστούμε ή θα φεύγαμε στο βουνό. Επέλεξα το δεύτερο γιατί ο κλοιός γύρω μου είχε κλείσει. Ο αδελφός μου ήταν στην φυλακή, το ίδιο και ο άντρας μου. Θα μ' έπιαναν και με συνοπτικές διαδικασίες θα με εκτελούσαν».

-Η πρώτη σας έξοδος στο βουνό, ως αντάρτισα, έγινε στον ΕΛΑΣ;
«Οργανώθηκα στην Κατοχή πρώτα στην Αλληλεγγύη και μετά στην ΕΠΟΝ. Γύρισα όλα τα χωριά της Β. Εύβοιας, στρατολογώντας κόσμο στην Αντίσταση. Ηρθα στην Αθήνα για σπουδές. Στο πρώτο έτος Ιατρικής οργανώθηκα με σύνδεσμο τον Λεωνίδα Κύρκο. Συνέλαβαν τότε τον αδελφό μου. Ηρθαν οι γονείς μου και πληρώνοντας ό,τι είχαν και δεν είχαν κατάφεραν να τον αποφυλακίσουν.
»Μας έβαλαν, όμως, όρο: τέρμα οι σπουδές, γυρνάτε σπίτι. Από την οργάνωση μου είχαν πει να δουλέψω στην Εύβοια, αλλά εγώ δεν μπορούσα να ησυχάσω. Ηθελα να πολεμήσω. Ηξερα ότι στο Καρπενήσι είχε αρχίσει η κατάταξη γυναικών στην 13η Μεραρχία. Πλαστογράφησα την υπογραφή των γονιών μου -το κόμμα ζητούσε τη συγκατάθεσή τους- και με μια δικαιολογία έφυγα απ' το σπίτι. Βρέθηκα με το Μάουζερ στο βουνό να πολεμώ τους Γερμανούς».
-Δύο φορές κόψατε την κοτσίδα σας...
«Στον ΕΛΑΣ και στον Δ.Σ. Δεν μ' ένοιαξε καθόλου. Ισα-ίσα έτσι κόκκινα που ήταν τα μαλλιά μου με είχαν δακτυλοδεικτούμενη, δεν μπορούσα να ξεμυτίσω. Είπα στους συντρόφους μου αν σκοτωθώ να τα στείλουν στη μητέρα μου»...
-Τα Δεκεμβριανά πού σας βρήκαν;
«Πήραμε διαταγή να κατεβούμε από τη Λαμία στην Αθήνα γιατί είχαν αρχίσει οι μάχες. Κι ενώ ήμασταν "νικητές" δεν βρέθηκαν τρία, τέσσερα καμιόνια να μας μεταφέρουν. Με τα πόδια φτάσαμε στη Χασιά- άλλο να περπατάς στο βουνό με τις αρβύλες κι άλλο στην άσφαλτο... Η δική μου διμοιρία παρέμεινε στη Χασιά ως το τελευταίο φυλάκιο του Γενικού Αρχηγείου. Μετά τα Δεκεμβριανά βρεθήκαμε στη Λαμία όπου, κατά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, έπρεπε να παραδώσουμε τον οπλισμό μας. Το κάναμε με κλάματα. Ξέραμε ότι τώρα αρχίζουν όλα: διωγμοί, φυλακίσεις, εκτελέσεις, βιασμοί. Μια κατάσταση τραγική».
-Εν τω μεταξύ είχατε παντρευτεί.
«Το Νοέμβριο του '45 παντρεύτηκα τον Γεωργούλα. Γνωριστήκαμε στον ΕΛΑΣ και το Μάουζερ που κρατούσα ήταν δώρο δικό του. Ενιωσα το πρώτο ερωτικό σκίρτημα όταν ο κατοπινός συζυγός μου μού πρόσφερε ένα όπλο! Ο ρομαντισμός είχε συνδεθεί και με τη στρατιωτική πειθαρχία. Είχαμε δώσει λόγο τιμής να ολοκληρώσουμε τη σχέση όταν απελευθερωθούμε. Αυτό που μας έκαιγε την καρδιά ήταν η νίκη: να διώξουμε το μισητό εχθρό και ν' αλλάξουμε τον κόσμο».
-Ομως, δεν προλάβατε να χαρείτε το γάμο με τον άντρας σας...
«Μείναμε μαζί μέχρι τον Απρίλιο του '46 όπου τον έπιασαν. Κινδύνευα πια κάθε στιγμή. Ολοι μου έλεγαν, κυρίως ο άντρας μου, να φύγω απ' την Αθήνα. Ζήτησα, μάταια, σύνδεσμο. Αυτό ήταν το διφορούμενο καθεστώς προεμφυλιακά: από τη μια το κόμμα ήταν τάχα νόμιμο κι από την άλλη κάθε μέρα οι παρακρατικοί σκότωναν. Οργάνωσα ξανά μόνη τη φυγή μου όπως και τότε στον ΕΛΑΣ. Τον Αύγουστο του '47 πήγα στην Παρνασσίδα με διοικητή τον καπετάν Διαμαντή, διαμάντι πραγματικό. Οσοι μείναμε ζωντανοί σ' αυτόν το χρωστάμε».
Οργή και αδιέξοδο
-Σηκώνατε το όπλο, σημαδεύατε και πυροβολούσατε. Σκοτώσατε;
«Δεν ξέρω. Οταν κρατάς όπλο... Αυτό που ξέρω είναι πόσο διαφορετικά ένιωθα όταν πολεμούσα στον ΕΛΑΣ. Τότε είχα απέναντί μου το Γερμανό, τον κατακτητή της πατρίδας μου και ήθελα να τον σκοτώσω. Στον δεύτερο γύρο είχα απέναντι τον αδελφό μου, έναν Ελληνα. Αν δεν κτυπούσα θα κτυπούσε εκείνος. Πώς ένιωθα σημαδεύοντας; Ενα συναίσθημα αποτροπιασμού για τον εαυτό μου ανακατεμένο με οργή από το αδιέξοδο που βίωνα».
-Κι όμως εκείνος ο στρατός αποτελούσε τον καινούριο «εχθρό» που μετά την απελευθέρωση -για την οποία αγωνιστήκατε- σας έστελνε ξανά στις φυλακές και στις εκτελέσεις.
«Οταν πια ο εθνικός στρατός κτυπούσε οργανωμένα με τις οδηγίες και την αρωγή των Αγγλοαμερικανών, πράγματι, τα συναισθήματα άλλαζαν. Δεν μας άφηναν σε χλωρό κλαδί. Στο Καρπενήσι μάς βομβάρδιζε ένα αεροπλάνο. Το ρίξαμε χτυπώντας το με ό,τι όπλο διαθέταμε. Βρήκαμε νεκρό τον συκυβερνήτη και πληγωμένο τον κυβερνήτη. Ηταν Αμερικανός. Το γεγονός αποτελούσε αδιάψευστη μαρτυρία για την παρέμβαση των ΗΠΑ -διατείνονταν ότι είναι ουδέτεροι- αλλά ένας αντάρτης από το μίσος του τον αποτελείωσε. Αυτή η ιστορία είχε συνέχεια.
»Πριν από μερικά χρόνια με κάλεσαν σε συνάντηση "Εθνικών" και "Δημοκρατικών" στο Καρπενήσι. Εμαθα από τον ξενοδόχο ότι πριν από καιρό βρέθηκε στα μέρη ο γιος εκείνου του πιλότου που σκοτώσαμε αναζητώντας τον τάφο του πατέρα του. Ενιωσα πολύ άσχημα. Ομως ο ξενοδόχος βιάστηκε να συνεχίσει την ιστορία: "Μη στενοχωριέστε. Ικανοποιήθηκε που βρήκε τον τάφο και θεώρησε τον θάνατό του φυσιολογικό. Εμοιαζε να καταλαβαίνει ότι ο πατέρας του πολεμούσε σε μια ξένη χώρα αναίτια". Αυτό με ανακούφισε».
«Τυχαία έζησα»
-Φτάσατε ποτέ κοντά στον θάνατο;
«Επί τρεις μήνες κάναμε κάθε μέρα μάχη και τη νύχτα πορεία. Δεν ήξερες αν η επόμενη σφαίρα έφευγε για να βρει εσένα. Τυχαία έζησα... Ημασταν γυμνοί, πεινασμένοι, ψωριασμένοι. Τις περισσότερες μάχες τις κάναμε για να βρούμε τροφή και παπούτσια. Ο επιμελητής Κώστας Πεντεδέκας αν έβρισκε μια χούφτα αλεύρι την έκρυβε σε μια βουνοπλαγιά. Ενα κουτσό μουλαράκι κουβαλούσε τα καζάνια. Οταν φτάναμε στο σημείο που ήταν κρυμμένο το αλεύρι το μαγειρεύαμε και τρώγαμε.
»Πολλές επιχειρήσεις μας προδίδονταν, όπως κάποια στην Αμφιλοχία. Είχαν ενεδρεύσει στα ριζά και μας περίμεναν. Οταν μπήκαμε είδα τη φωτοβολίδα υποχώρησης. Εριχναν από παντού. Πτώματα από τη μια κι από την άλλη. Στην αναγνώριση δύο εμπροσθοφυλακών, δική μας και του Εθνικού Στρατού, ο Διαμαντής συνεννοήθηκε μαζί τους να σταματήσουμε για μια νύχτα. Ετσι μας άφησαν να περάσουμε».
-Υπήρχαν στιγμές που οι δυο στρατοί ξεχνούσαν το μίσος που τους χώριζε;
«Μέσα στη δίνη, των αλληλοσκοτωμών, μοιραζόμαστε ανθρώπινες στιγμές. Πρωτοακούσαμε το τραγούδι του Τσιτσάνη "Κάποια μάνα αναστενάζει, το γιο της περιμένει" -εμείς ιδέα δεν είχαμε από μουσικές και τέτοια- όταν το τραγουδούσε απέναντί μας η σκοπιά των μπουραντάδων. Το μάθαμε απ' αυτούς και φτάσαμε στο σημείο να το τραγουδάμε και να κλαίμε μαζί και χωριστά!».
-Ως υπεύθυνη της ΙΙ Μεραρχίας παραβρεθήκατε στην πρώτη Πανελλαδική Συνδιάσκεψη Γυναικών την άνοιξη του '49 στο Βίτσι.
«Ξεκινήσαμε από το Καρπενήσι τριάντα γυναίκες από τις μεραρχίες της νότιας επικράτειας. Φτάνοντας στο Βίτσι νιώσαμε ότι υπηρετούμε κάτι ανώτερο. Είχαν έρθει ξένες αντιπροσωπείες, όλα ήταν οργανωμένα, ο νέος σοσιαλιστικός κόσμος ανέτειλε... Σε μερικούς μήνες είχαμε ηττηθεί. Δεν κατέβηκα ξανά κάτω γιατί αρρώστησα. Τον Αύγουστο του 1949 έφυγα μαζί με χιλιάδες άλλους στην Αλβανία. Πρέπει να ομολογήσω ότι οι Αλβανοί, που είχαν περάσει τα πάνδεινα, μας πρόσφεραν από το υστέρημά τους».
-Πώς βρεθήκατε στη Σοβιετική Ενωση;
«Φύγαμε από το Δυρράχιο χωρίς να ξέρουμε πού πάμε... Πολλά μεγάλα φορτηγά καράβια φόρτωσαν σε αμπάρια χωριστά άντρες και γυναίκες. Ταξιδέψαμε ως... φορτία γιατί θα περνούσαμε τα Δαρδανέλια. Προορισμός ήταν η Τασκένδη στην ΕΣΣΔ. Δεν είχα ιδέα ότι ο άντρας μου ήταν καταδικασμένος δύο φορές σε θάνατο και ο αδελφός μου φυλακισμένος. Εκεί οργανωθήκαμε σε χιλιάδες καταλύματα. Εζησα το δράμα των γυναικών που επί μήνες ήταν σαν χαμένες. Αρνούνταν να σηκωθούν απ' το κρεβάτι λέγοντας: "πάρτε μας πίσω, στην Ελλάδα". Πέρασε καιρός και χρειάστηκε δουλειά μέχρι να συνηθίσουν, μέχρι να συνειδητοποιήσουν ότι εκεί πλέον θα είναι η ζωή τους. Μας έστειλαν να σπουδάσουμε. Εμένα σ' ένα Ινστιτούτο με αντικείμενο τους υδροηλεκτρικούς σταθμούς γιατί "η Ελλάδα θα είχε ανάγκη από αυτή την ειδίκευση"... Το 1952 αναζητούσαν εκφωνήτρια στο ραδιοφωνικό σταθμό της Μόσχας. Και με διάλεξαν».
-Εκεί ζήσατε άλλα κοσμοϊστορικά γεγονότα: Εκφωνήσατε κλαίγοντας την είδηση για το θάνατο του Στάλιν, την καθαίρεση του Νίκου Ζαχαριάδη και την εξορία του, το 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ, τη νέα περίοδο Χρουστσόφ. Πώς βιώνατε αυτή την καινούρια «σοσιαλιστική» πραγματικότητα;
«Οταν είσαι μέσα σε μια κολεκτίβα δεν έχεις περιθώρια ούτε δράσης ούτε σκέψης δυστυχώς. Πειθαρχείς. Ο,τι λέει το κόμμα είναι σωστό. Επί Χρουστσόφ άνοιξαν οι ορίζοντες. Μέχρι τότε δεν μιλούσε κανείς για τίποτα. Βρισκόσουν με κάποιον, γελούσες, συζητούσες και δεν ήξερες ότι ο πατέρας του ήταν στα γκουλάγκ. Οταν ξεκίνησε η αποσταλινοποίηση μείναμε με το στόμα ανοιχτό. Φίλοι μας είχαν ανθρώπους χαμένους που τους έκλαιγαν κρυφά χωρίς να διανοούνται να ομολογήσουν τίποτα σε κανέναν. Ναι, εγώ ανακοίνωσα κλαίγοντας το θάνατο του Στάλιν. Εμεινα δύο νύχτες στο σταθμό γιατί η Μόσχα ήταν πολιορκούμενη από εκατομμύρια κόσμου που πενθούσε».
Εμεινε μόνο η πίκρα
-Τώρα που το θυμόσαστε τι σκέφτεστε;
«Η συναισθηματική φόρτιση ήταν θηριώδης. Προείχαν όσα είχαμε πιστέψει και αγωνιστεί γι' αυτά. Αλλά θα σας πω το εξής: Οταν αργότερα ήρθε στο Ινστιτούτο ο Γεφτουσένκο και ελεύθερα πια μας απήγγειλε, κλαίγαμε ξανά. Κι όταν άνοιξε η πρόσβαση στα έργα της ρωσικής αβανγκάρντ -απαγορευμένης μέχρι τότε- οι ουρές ήταν ατελείωτες, όπως και για τα έργα του Σολζενίτσιν».
-Το σημερινό ΚΚΕ πώς σας φαίνεται;
«Δεν ξέρω πια πώς να το χαρακτηρίσω. Αυτά μάλιστα που λέει τελευταία για τον Στάλιν μου φαίνονται σαν κωμωδία. Επέστρεψα από την ΕΣΣΔ το 1975. Δεν πρόλαβα ζωντανό τον άντρα μου και έκτοτε δεν με ενδιαφέρει τίποτα πια. Μου έμεινε μόνο μια βαθιά πικρία».
-Μετανιώσατε για τους αγώνες σας;
«Καθόλου κι αυτό γιατί δεν υπήρχε επιλογή. Μετά τη διάσπαση ο άντρας μου ακολούθησε το ΚΚΕ εσωτερικού. Μέσα σε μια νύχτα του αφαίρεσαν όλα τα προνόμια, μέχρι και τον τηλέτυπο. Πικράθηκα πολύ και απομακρύνθηκα. Νιώθω αριστερή. Ο Μαρξ επιστρέφει, θυμηθείτε το. Στη θεωρία του θα πατήσει το καινούριο που θα γεννηθεί για ν' αλλάξει τον κόσμο προς το καλύτερο».
 -----

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στην ΙΩΑΝΝΑ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ
«Θα φύγω, θα πάω να πολεμήσω με το όπλο στο χέρι». Η Μαρία Μπέικου ήταν ακόμη ανήλικο κορίτσι όταν πήρε τη μεγάλη απόφαση, πλαστογραφώντας την υπογραφή των γονιών της, να φύγει με τον ΕΛΑΣ στο βουνό. Και να δώσει σκληρές μάχες, σαν παλικάρι.

Στη Λαμία, μετά την απελευθέρωση Στη Λαμία, μετά την απελευθέρωση «Σημαδεύω και πυροβολώ. Φοβάμαι», θυμάται, σε ενεστώτα χρόνο σήμερα. Μετά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού και αφού παρέδωσε κλαίγοντας το όπλο της στη Βάρκιζα, διαφεύγει με συναγωνιστές της στο... άγνωστο. Θα βρεθεί στην Τασκένδη.

Από εκεί, χάρη στην καθαρή κοριτσίστικη χροιά της φωνής της, που ακόμη σήμερα, στα 85 χρόνια της, παραμένει αναλλοίωτη -απόδειξη η παράσταση «Μάουζερ» του θεάτρου «Αττις», όπου πρωταγωνιστεί-, η Μπέικου θα γίνει η περίφημη φωνή τού «Εδώ Μόσχα». Είκοσι επτά χρόνια έζησε «χωρίς ιθαγένεια» στην ΕΣΣΔ. Ως την οριστική επιστροφή, το 1976.

Την πυκνή, ηρωική βιογραφία της, από την οποία «παρελαύνουν» ο Αρης Βελουχιώτης, ο Χαρίλαος Φλωράκης, ο Ταρκόφσκι και ο Σοστακόβιτς, η Μαρία Μπέικου κατάφερε να μετασχηματίσει σε ένα πολύτιμο εγχειρίδιο σύγχρονου ιστορικού αναστοχασμού. Τη γλαφυρή αυτοβιογραφία «Αφού με ρωτάτε, θα θυμηθώ» («Καστανιώτης»).

Στις ζωντανές σελίδες της παρακολουθούμε πώς το Μαράκι από την Ιστιαία Ευβοίας, που καταβρόχθιζε μαζί με τον αδελφό της όλα τα βιβλία, μια μανιώδης σινεφίλ -εξ ου και σπούδασε στη Μόσχα σινεμά μαζί με τον Ταρκόφσκι-, ξεχώρισε στα 18 ως καπετάνισσα στην ΧΙΙ Μεραρχία του ΕΛΑΣ. Και μετά την ήττα του ΔΣΕ κατέληξε στη Σοβιετική Ενωση, έως την παλιννόστησή της στην Ελλάδα ως σύγχρονη Ηλέκτρα. Αγκαλιά με τη στάχτη του συζύγου της, Γεωργούλα Μπέικου.

Χωρίς τη μαρτυρία της δεν θα ξέραμε, μεταξύ άλλων, ότι η «πολιτιστική κίνηση της Αθήνα ακόμη και σήμερα ωχριά μπροστά στο Καρπενήσι του καιρού εκείνου», ότι το φλερτ ήταν απαγορευμένο στον ΕΛΑΣ και ότι σε αγώνα σκοποβολής κέρδισε τον Χαρίλαο Φλωράκη, με το όπλο που του παρέδωσε στην Τασκένδη.

Ανοίγει την πόρτα, μικρόσωμη, χαμογελαστή, με αγκαλιάζει και με καλωσορίζει στον προσωπικό της χώρο. Ενα μουσείο σύγχρονης Ιστορίας, στην καρδιά της Κυψέλης, γεμάτο φωτογραφίες από τον ΕΛΑΣ, το Δημοκρατικό Στρατό, τα γυρίσματα της ταινίας τους με τον συμφοιτητή της Αντρέι Ταρκόφσκι, το αυθεντικό περιστέρι του Πικάσο, που αφιέρωσε ο Ισπανός στον σύζυγό της Γεωργούλα, το βιβλιάριό της με την αφιέρωση του Πολ Ελιάρ...

Γιατί, κυρία Μπέικου, αργήσατε τόσο πολύ να γράψετε την αυτοβιογραφία σας;

«Η επίγνωση ότι μπορούσε να αποφευχθεί ο αλληλοσπαραγμός, με έκανε να θέλω να τα ξεχάσω όλα. Αλλά τα είχαν συμφωνήσει ο Στάλιν με τον Τσόρτσιλ. Ο πατέρας μου μού το έλεγε: "Μαράκι μου, μην παιδεύεσαι. Είναι 'γωνία' το μαγαζί"».

Σε όλο το βιβλίο επιμένετε στη διάκριση ΕΛΑΣ-Δημοκρατικού Στρατού.

«Μα ο ΕΛΑΣ ήταν επίθεση. Το λέω και το βροντοφωνάζω. Είχαμε την καλύτερη Αντίσταση. Είμαι περήφανη. Ο Δημοκρατικός Στρατός ήταν άμυνα. Πιάσανε τον άνδρα μου, τον αδελφό μου κι εμένα κάθε μέρα με κυνηγούσαν. Αν με έπιαναν, θα με σκότωναν. Γι' αυτόν το λόγο ο Δημοκρατικός Στρατός ήταν μια απελπισμένη έξοδος. Δεν είχαμε άλλη επιλογή».

Ο Δημοκρατικός Στρατός δρούσε αποκλειστικά αμυνόμενος; Δεν πάλευε για την ανάληψη της εξουσίας;

«Είχαμε ιδεώδη. Αν ποτέ νικούσαμε θα τα εφαρμόζαμε για το καλό της χώρας».

Γράφετε «έπρεπε να γίνει αποδεκτό ότι η γυναίκα μπορεί να πολεμήσει. Και εφ' όσον μπορεί να πολεμήσει, καθιερώνεται η ισότητα». Η δράση των γυναικών στον ΕΛΑΣ και στον ΔΣΕ είναι από τις πρώτες έμπρακτες εκδηλώσεις του φεμινιστικού κινήματος στην Ελλάδα;

«Ναι. Στην αρχή ο Αρης δεν ήθελε να κρατάμε όπλο. Επειδή τα καταφέρναμε, είδαν πρώτη φορά ότι είμαστε ίσες με τους άνδρες. Ηταν η εποχή που στα χωριά η γυναίκα πήγαινε πεζή και ο άνδρας μπροστά της καβάλα».

Είχατε εξοικειωθεί με το πιστόλι;

«Ακόμα και με το Μάουζερ, που μου έδωσε ο Γεωργούλας».

Πιστεύετε ότι σήμερα, με την κρίση, ζούμε ένα νέο πόλεμο;

«Ζούμε μια κατάρρευση του συστήματος, γενικότερα. Κι ενώ την τελευταία 50ετία μάς κυβερνούν οι ίδιες οικογένειες, μένουμε απαθείς».

Θα έπρεπε να κάνουμε επανάσταση;

«Η επανάσταση χρειάζεται άλλους παράγοντες για να γίνει».

Δεν είναι αρκετή η οικονομική χούντα που ζούμε;

«Οι απεργίες είναι μια μορφή αντίστασης, γιατί χούντα ζούμε. Αλλά όταν δεν έχεις να ζήσεις, υποχωρείς. Με τρεις απεργίες δεν τα βγάζουμε πέρα. Αν είχα δυνάμεις θα ξεσήκωνα κατ' αρχάς τη γειτονιά. Αλλά είμαι 85 χρόνων!».

Ακόμη πιστεύετε ότι ο μαρξισμός είναι το μέλλον της ανθρωπότητας;

«Παραμένω μαρξίστρια. Οι νέοι θα βρουν τη διέξοδο αν σκύψουν στο Μαρξ».

 

24 Μαρτίου 2011
ΕΦΥΓΕ ΣΤΑ 85 ΤΗΣ Η ΜΑΡΙΑ ΜΠΕΪΚΟΥ
Αντάρτισσα μέχρι το τέλος

Ενας από τους τελευταίους μύθους της Αντίστασης, η Μαρία Μπέικου, το ανήλικο κορίτσι που, πλαστογραφώντας την υπογραφή των γονιών της, βγήκε στο βουνό για να δώσει σκληρές μάχες, σαν παλικάρι, έσβησε την Πέμπτη στο «Σωτηρία». Είχε εισαχθεί με σοβαρά αναπνευστικά προβλήματα τη Δευτέρα.
Το τελευταίο χειροκρότημα μιας ηρωικής, σχεδόν κινηματογραφικής διαδρομής το έλαβε στο θέατρο «Αττις» την περασμένη Κυριακή, όπου πρωταγωνιστούσε σε ένα έργο για τον Εμφύλιο, το «Μάουζερ» του Χάινερ Μίλερ. Σαν να είχε διαισθανθεί το τέλος που ερχόταν, μετά την παράσταση είπε στο σκηνοθέτη και συμπρωταγωνιστή της Θεόδωρο Τερζόπουλο «είναι η τελευταία φορά που με χειροκροτούν». Ηταν 85 ετών.
«Εδώ Μόσχα»
Από την ώρα που εγκατέλειψε τη γενέθλιο Ιστιαία της Εύβοιας για την Αντίσταση έως και την ξαφνική προχθεσινή «κατακλείδα», η Μαρία Μπέικου έζησε τη ζωή της με αυταπάρνηση, ιδεαλισμό και αγωνιστικότητα, διατρέχοντας τη σύγχρονη ελληνική Ιστορία ως πρωταγωνίστρια του ΕΛΑΣ και κατόπιν του Δημοκρατικού Στρατού.
Μετά την υποχρεωτική έξοδο με συναγωνιστές της στη Μόσχα, καθιερώνεται ως η φωνή του «Εδώ Μόσχα». Είκοσι επτά χρόνια έζησε «χωρίς ιθαγένεια», όπως έλεγε, στην ΕΣΣΔ, έως την οριστική επιστροφή, το 1976, με την τέφρα του συζύγου της Γεωργούλα Μπέικου. Εζησε τόσο ώστε να προλάβει και την Ελλάδα του Μνημονίου. «Οι νέοι θα βρουν τη διέξοδο αν σκύψουν στον Μαρξ. Εγώ παραμένω μαρξίστρια», επαναλάμβανε συχνά.
«Η επίγνωση ότι μπορούσε να αποφευχθεί ο αλληλοσπαραγμός, με έκανε να θέλω να τα ξεχάσω όλα. Ο ΕΛΑΣ ήταν επίθεση. Το λέω και το βροντοφωνάζω. Είχαμε την καλύτερη Αντίσταση. Είμαι περήφανη. Ο Δημοκρατικός Στρατός ήταν άμυνα. Πιάσανε τον άνδρα μου, τον αδελφό μου κι εμένα κάθε μέρα με κυνηγούσανε. Αν με έπιαναν, θα με σκότωναν. Γι' αυτό το λόγο ο Δημοκρατικός Στρατός ήταν μια απελπισμένη έξοδος. Δεν είχαμε άλλη επιλογή», διαπίστωνε στην τελευταία της συνέντευξη στην «Ε» (26 Φεβρουαρίου).
Αυτοβιογραφία
Διαυγής ώς το τέλος, σχολίαζε: «Ζούμε μια κατάρρευση του συστήματος, γενικότερα. Κι ενώ την τελευταία 50ετία μάς κυβερνούν οι ίδιες οικογένειες, μένουμε απαθείς. Οι απεργίες είναι μια μορφή αντίστασης, γιατί χούντα ζούμε σήμερα. Αλλά όταν δεν έχεις να ζήσεις, υποχωρείς. Με τρεις απεργίες δεν τα βγάζουμε πέρα. Αν είχα δυνάμεις, θα ξεσήκωνα τη γειτονιά. Αλλά είμαι 85 χρόνων».
Πριν «φύγει» μας άφησε ένα πολύτιμο εγχειρίδιο ιστορικού αναστοχασμού, την αυτοβιογραφία της «Αφού με ρωτάτε, θα θυμηθώ» («Καστανιώτης»), από τις σελίδες της οποίας «παρελαύνουν» ο Βελουχιώτης, ο Κύρκος, ο Φλωράκης, ο Σοστακόβιτς και ο Ταρκόφσκι -με τον τελευταίο γύρισε σπουδαστική ταινία φοιτώντας στην Ακαδημία Κινηματογράφου της Μόσχας. 








 

You Might Also Like

0 σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Δημοφιλείς 30 ημέρες

Δημοφιλείς 7 ημέρες