Η διακριτική ωριμότητα του Δήμου Μούτση


Γεννήθηκα στον Πειραιά. Έκατσα εκεί μέχρι που τελείωσα και το γυμνάσιο. Μετά φύγαμε και πήγαμε στη Νέα Σμύρνη. Και μετά φύγαμε κι από κει και μετακομίσαμε σε μια μονοκατοικία στην οδό Πόντου. Εγώ κι η μάνα μου. Η μάνα μου δεν ήταν ευχαριστημένη με τίποτα. Ήταν απ’ τους ανθρώπους που σου απαντούσαν στα πάντα με τη φράση «Ε, και;».

Όταν ήμουν 7, της είπα να με πάει να μάθω μουσική. Με πήγε στον Πειραϊκό Σύνδεσμο κι εκεί με γνώρισε η Ιουλία Ιατρίδη. Μου πήραν ένα βιολί μισό κι άρχισα να παίζω. Το βιολί δεν ξέρω αν μ’ άρεσε.

Τίποτα από όλα αυτά που σου λέω δεν είναι σημαντικό. Απλά περιγραφή σου κάνω. Νομίζω το βιολί μ’ αγαπούσε πιο πολύ απ’ ό,τι εγώ. 3 χρόνια μετά βρέθηκα στο Ωδείο Αθηνών, στην Πειραιώς. Με τα πόδια πήγαινα από τον Πειραιά στα μαθήματα κι έτσι πήρα το δρόμο μου. Και κυριολεκτικά και μεταφορικά. Κι άρχισα να γράφω μελωδίες. Μελωδιούλες.


Είχα βαρεθεί να αναλύω φούγκες στο ωδείο. Είχα βαρεθεί την αυστηρότητα του χώρου, όπου το πιο μοντέρνο πράγμα που άκουγες ήταν Ντεμπυσί. Τότε γνώρισα ένα βράδυ στο Μαγεμένο Αυλό τον Γκάτσο. Του μίλησα για τον Βαμβακάρη και για το πόσο μεγάλη εντύπωση μου είχε κάνει η σκληρότητα της μουσικής του, η απλότητα, και το πόσο περίεργη ήταν στα αυτιά μου μια μουσική χωρίς πολλά πολλά, χωρίς φιοριτούρες, μόνο ένα παρά παμ παμ στεγνό. Εκείνος μου έδωσε να καταλάβω πώς μπορεί δύο συνθέτες να γράφουν μουσική άλλης αξίας, αλλά ίδιας μεγάλης ποιότητας.


Με τον Γκάτσο δέθηκα πολύ, πιο πολύ απ’ ό,τι με τον Χατζιδάκι. Ήταν σαν να ήταν ο πατέρας μου, σαν να έβλεπα την ίδια μου τη μούρη απέναντί μου. Ο Μάνος, εντάξει, ήταν χαριτωμένος, αλλά δεν τον ενδιέφεραν και πολλά πράγματα πέρα από τον εαυτό του. Κι έτσι σιγά-σιγά-σιγά τους έβαλα ν’ ακούσουν τις μελωδίες που είχα γράψει σε ένα παλιό κασετόφωνο Philips, τους άρεσαν, βάλανε στίχους, ο Γκάτσος με γνώρισε στον Λαμπρόπουλο, πήγα στη Lyra, στην Columbia κι άρχισαν να γίνονται δίσκοι.

Με τη μάνα μου πάντα να μην είναι ευχαριστημένη και να μου λέει: «Μη μου κλείνεις την πόρτα. Εγώ είμαι η μάνα του Μούτση που τον ξέρει όλη η Ελλάδα κι εσύ μου κλείνεις την πόρτα». Αυτή η συμπεριφορά της δεν ξέρω αν με επηρέασε. Δεν ξέρω αν κι εγώ μένω ανικανοποίητος συχνά. Αυτό που ξέρω σίγουρα είναι πως είμαι ένας ψυχοπαθητικός άνθρωπος που βαριέται εύκολα.


Κι άμα θες να ξέρεις, οι φιλίες δεν μου κρατάνε πολύ. Φεύγω. Δεν γίνεται να προχωράμε οι ίδιοι άνθρωποι για μια ζωή αγκαλιασμένοι. Θα προχωράμε, αλλά όχι αγκαλιασμένοι.

Έχω κάποια τραγούδια γραμμένα εδώ και χρόνια, κι όλο σκέφτομαι να τα βγάλω, και μετά ξανασκέφτομαι γιατί να τα βγάλω και για ποιον να τα βγάλω και πώς, κι άμα δεν τα βγάλω τι θα γίνει; Τίποτα.

Ίσως είναι αυτό που όσο μεγαλώνει κανείς ζητάει περισσότερες διευκρινίσεις απ’ αυτό που κάνει. Ενώ παλιότερα έλεγα ότι θα γράψω μουσική γιατί πίστευα ότι με τη μουσική μου θα ανατρέψω το σύμπαν. Αλλά ποτέ, μα ποτέ, δεν ανατρέπεται το σύμπαν από την πρόθεση ενός ανθρώπου. Και ξυπνάω κάθε πρωί και ακούω αυτά που έχω γράψει πρόσφατα και λέω, άμα πέρναγα έξω από ένα σπίτι κι άκουγα αυτήν τη μουσική, θα μ’ άρεσε; Δεν ξέρω. Μπορεί και ναι, μπορεί και όχι. Ίσως. Και είναι τόσο βασανιστικό αυτό γιατί συνειδητοποιείς ότι μπορεί να χάνεις την ουσία ψάχνοντάς την τόσο επίμονα.


Θέλω να με σέβονται σιωπηλά. Δεν θέλω να με ρωτάνε γιατί έβαλα το τάδε κόμμα στον τάδε στίχο, γιατί έχω χρησιμοποιήσει τη λέξη «διότι» και όχι τη λέξη «γιατί», ή πώς μου ήρθε κι έκανα το ντο δίεση και όχι ύφεση. Βαριέμαι. Έγραψα «μια-φυσαρμόνικα-που-κλαίει» γιατί αυτό μου ‘ρθε, κι άμα έλεγε «πάμε-μια βόλτα-το-πρωί» δεν θα μου κόλλαγε και δεν θα μ’ άρεσε και δεν ξέρω πώς να στο εξηγήσω, αλλά τα λόγια μου έρχονται μαζί με τη μουσική δεμένα.

Δεν μπορώ να βάλω στίχους σε μελωδίες. Κι όλη αυτή η ιστορία με τον «Άγιο Φεβρουάριο» και τι κρύβεται από πίσω δεν είναι και τόσο ενδιαφέρουσα. Κάποιες συμπαθητικές μελωδίες είναι, που τις παίξανε κάποιοι άπειροι μουσικοί γιατί έτσι θεωρούσα ότι έπρεπε, τις τραγούδησαν ο Μητροπάνος κι η Σαλπέα με τον πιο απλό τρόπο και που κανένας δεν ενδιαφέρθηκε για το αποτέλεσμα μέχρι τότε που στο επεισόδιο με τον Κοεμτζή ο τραγουδιστής είπε, αντί για τις «Βεργούλες» που του ζητήσανε, το «Ο χάρος βγήκε παγανιά». Αυτό ήταν όλο. Χωρίς δεύτερα και τρίτα νοήματα.


Εκεί που κατάλαβα πόσο μ' αρέσει αυτό που κάνω ήταν στο Φράγμα με τον Τριπολίτη. Εκεί που όλα ήταν σαν μια κοινή αναπνοή από πολλούς ανθρώπους. Και δεν το αγαπάω τόσο επειδή είναι η φωνή μου γραμμένη σ’ αυτόν το δίσκο. Αναγκαστικά τραγούδησα την «Ερηνούλα» γιατί ήταν πάρα πολύ προσωπικό και μέχρι να εξηγήσω σε κάποιον τραγουδιστή ή ηθοποιό ότι η Ερηνούλα δεν είναι η Εκάβη, θα περνούσαν πολλά χρόνια.

Όσο για την Μπέλου, αν δεν ήθελε να συμμετάσχει στο δίσκο, το «Δεν λες κουβέντα» -στ' ορκίζομαι- δεν θα το έβγαζα ποτέ. Είσαι και είμαι υποχρεωμένος να λειτουργείς με τις ποιότητές σου σε έναν κόσμο που λειτουργεί με τις δικές του. Κατάλαβέ το αυτό. Δεν είναι πρωτότυπο ούτε το να γράφει κανείς κάτι που δεν είναι πρωτότυπο αλλά ούτε και το να γράφει κάτι που είναι. Εμένα μου πήρε πολύ καιρό να το καταλάβω.

Μαγειρεύω καλά. Δεν ξέρω αν στο ' πα. Όλα αυτά τα βιβλία πίσω μου που νομίζεις ότι είναι ποίηση και δοκίμια είναι βιβλία μαγειρικής. Και παίζω και snooker, ξέρεις, εγγλέζικο μπιλιάρδο. Kι έχω και μια μηχανή που πια τη φοβάμαι και δεν τη χρησιμοποιώ. Και μαζεύω και κρασιά τα οποία ποτέ δεν πίνω.


Σήμερα ζω στο Νέο Ηράκλειο. Σηκώνομαι το πρωί, φτιάχνω στην κουζίνα καμιά σάλτσα και την πετάω, πάω το σκύλο βόλτα σε μέρη που δεν έχει ανηφόρες και κατηφόρες, γυρίζω, κάθομαι στον υπολογιστή, γράφω καμιά μουσική, φτάνει το αφτί μέχρι το σημείο που την ακούω να παίζει, και μετά σκέφτομαι και μετά έχουν ήδη περάσει 3 μέρες από το πρωί που σηκώθηκα. Άμα λοιπόν τα βάλεις κάτω, με αυτό το πρόγραμμα οι 365 μέρες του χρόνου είναι για μένα 120 τέτοιες σκέψεις που επαναλαμβάνονται.

Τα βράδια βγαίνω μόνο για φαγητό. Δεν πηγαίνω ποτέ στα μπουζούκια γιατί δεν αντέχω να ακούω τα τραγούδια μου από δημόσιους υπαλλήλους. Δεν πηγαίνω ποτέ να πιω σε μπαρ γιατί αν το ποτό είναι αυτοκτονία προτιμώ να το κάνω σπίτι μου. Επίσης πάω κάνα σινεμά ή κάθομαι στο σαλόνι κι ακούω τα «Νεκρά Παιδιά» του Μάλερ. Το ακούω μανιακά. Κάθε μέρα, κάθε μέρα, κάθε μέρα. Κι όλο κάτι ψάχνω να βρω μέσα μου, ενώ ξέρω ότι απολύτως τίποτα δεν ψάχνω. Είναι αυτό που λέει κι ο Καρυωτάκης στους «Ιδανικούς αυτόχειρες». «Βέβαιοι πως τ’ αναβάλουν κατά βάθος». Κι ίσως είναι κλισέ αυτό που θα πω, αλλά σήμερα όλα έχουν χάσει την ταυτότητά τους.

Διακοπές δεν πάω στην Ελλάδα, χωρίς να σημαίνει ότι σιχαίνομαι την επαρχία. Μάλιστα, θα μπορούσα να ζήσω στην επαρχία. Άλλωστε το Νέο Ηράκλειο δεν έχει καμιά τρομακτική διαφορά από το Βόλο. Μόνο την ψευδαίσθηση ότι είσαι πιο κοντά στην Πανεπιστημίου. Πάω πολύ συχνά στο Παρίσι. Πάλι; Πάλι. Μόνο; Μόνο. Το Παρίσι είναι επίπεδο και περπατιέται. Βλέπεις κάτι στο δρόμο και την επόμενη μέρα είναι πιο όμορφο.

Η θάλασσα δεν μ' αρέσει καθόλου. Έχω να κάνω μπάνιο 7 χρόνια. Στη θάλασσα, εννοώ. Όπως επίσης δεν θυμάμαι την τελευταία φορά που πήγα σε εκκλησία ούτε το λόγο που μ’ έκανε να πάω.

Όταν με ενοχλεί κάτι, θα μιλήσω μόνο αν δεν μπορώ να φύγω. Δεν μπορώ να πείσω.

Τέχνη είναι αυτό που καταλαβαίνεις. Τίποτε άλλο. Άμα σε πάνε στον Παρθενώνα και δεν σ’ αρέσει, κανένας δεν θα μπορέσει να σε πείσει ότι είναι όμορφος. Γιατί όταν θα σου πούνε ότι είναι από μάρμαρο, θα σκεφτείς ότι και τα σκαλιά της πολυκατοικίας σου είναι από μάρμαρο ή όταν θα σου πούνε ότι είναι μεγάλος θα σκεφτείς ότι το Ολυμπιακό Στάδιο είναι μεγαλύτερο. Δεν υπάρχουν επιχειρήματα στην τέχνη.


Και θα ήθελα πολύ να έλεγα «έλα μωρές, βλακείες λέει, αλλά δεν πειράζει» πιο συχνά όσο ήμουν πιο νέος. Θα ήθελα να ήμουν λιγότερο αντιδραστικός. Να είχα την αίσθηση του χρόνου που έχω τώρα. Και θα ήθελα να μη λένε τα τραγούδια μου μπροστά μου. Να τα λένε όταν φεύγω.

Αυτά. Υπάρχει κάτι άλλο που δεν είπαμε και θες να με ρωτήσεις;
-Ο σκύλος πόσων χρονών είναι;
-Οκτώ.

28/2/2008

You Might Also Like

0 σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Δημοφιλείς 30 ημέρες

Δημοφιλείς 7 ημέρες